Πολλές φορές «η Ιστορία», έγραφε ο γνωστός Βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν, «έχει συσκοτισθεί από εχθρότητα, προκατάληψη και αμάθεια». Στις ημέρες μας συμβαίνει κάτι παρόμοιο! Γίνεται μια μεθοδευμένη επανάλειψη ψευδολογιών κατά του αξιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, που έχει δια των αιώνων τη σημαντικότερη και αναγνωρισμένη εκκλησιαστική και εθνική περιωπή ως εκφραστής του ανώτατου ιερού Θεσμού της Εκκλησίας. Επιχειρείται με ένα κατευθυνόμενο νοσηρό παραλήρημα εθνισμού η διαγραφή της Ιστορίας των Πατριαρχών και του Πατριαρχείου μας, που είναι η Ιστορία όλου του Γένους των Ελλήνων!

Είναι μια επίθεση που ξεκίνησε λίγο μετά την παραχώρηση του Ελλαδικού Αυτοκεφάλου με τον Τόμο του 1850 από ιδιοτελείς και αυτοδέσποτους κληρικούς και λαϊκούς εναντίον του Προεστώτος της Εκκλησίας και του Γένους, γιατί από δικαίωμα και καθήκον πάντοτε έχει χρέος να προστατεύει την Αρχή των ιερών κανόνων και να εποπτεύει τη τάξη και την ενότητα της Εκκλησίας. Η πολεμική αυτή κατά του Φαναρίου στόχευε εκ προοιμίου να κάμψουν κάθε αντίδραση του ιερού κέντρου της Εκκλησίας για την αντικανονική νομοθεσία του 1852 που σκλάβωσε την τοπική Εκκλησία της Ελλάδος για 61 χρόνια μέχρι το 1923. Ο πατριάρχης Άνθιμος Στ΄ είχε δηλώσει στη Σύνοδό του πως μετά την περιφρόνηση των όρων του Τόμου από τη νομοθεσία του 1852 σκεπτόταν να άρει τον Τόμο για να επανέλθει η Σύνοδος των Αθηνών στην δεκαεπτάχρονη «ακοινωνησία», όμως παρενέβη ο τσάρος και παρεκάλεσε να μη πραγματοποιηθεί αυτή η σκέψη γιατί θα είχε συνέπειες για την σταθερότητα του βασιλικού θεσμού στη χώρα και ο Πατριάρχης δέχθηκε την πρότασή του γιατί τότε σοβούσε το Βουλγαρικό σχίσμα. Ο νόμος του 1852 αποδιοργάνωσε τη διοίκηση της τοπικής Εκκλησίας, συνέχισε την αφαίμαξη και διασκόρπισε την περιουσιακή κληρονομία της, εξέθραιψε σκάνδαλα όπως το Σιμωνιακό και άλλα που εξώθησαν τους θρησκευόμενους στο περιθώριο της ενοριακής ζωής με τη σύσταση διαφόρων συλλόγων και αδελφοτήτων για το κατηχητικό διακόνημα απέναντι στην νομοκρατούμενη τοπική Εκκλησία. Όμως η Εκκλησία του Πατριαρχικού κλίματος, που βρισκόταν εκτός του Νεοελληνικού κράτους, διατήρησε την αποστολική ζωτικότητά της με ποιμαντική ευαισθησία και προστάτευσε το πλήρωμά της έχουσα στις χείρες της και την εκπαίδευση της Ρωμιοσύνης, καθώς και την φιλογένεια των ευεργετών της. Με την Μικρασιατική Καταστροφή μετήγγισε το πνεύμα της εν Χριστώ ζωής, της πατριαρχικής παραδόσεως και τάξεως, αλλά και της ρωμαλεότητος του Γένους μας στην Παλαιά Ελλάδα, γεγονός που εντελώς άλλαξε το sta­tus quo, δηλαδή το εκκλησιαστικό «παρόν» του ελληνικού χώρου με την συνύπαρξη σε αυτόν των τεσσάρων ιστορικών πατριαρχικών διοικήσεων, της Δωδεκανήσου, της Κρήτης, του Αγίου Όρους και των Νέων Χωρών εντός της ελληνικής επικρατείας μετά της δεινά δοκιμασθείσης αυτοκεφαλίας με ευθύνες των κάθε πλευράς επιλησμόνων κληρικών και πολιτικών.

Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος προκαθήμενος επί του ιερού Συνθρόνου της Μητρός Μεγάλης Εκκλησίας στον Πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, φέρων τον πολύτιμον χρυσοκέντητο σάκκον της «Ρίζης του Ιεσσαί» και της «Δευτέρας Παφρουσίας», με έξη ακόμη εικονίδια σκηνών της Μεγάλης Εβδομάδος των Παθών. Είναι έργον του 19ου αιώνα.

Ας μελετήσουμε όμως μέσα από την Εκκλησιαστική Ιστορία πως εξελίχθηκε και πως συγκεφαλαιώνει η «ελέω Θεού » Πατριαρχική αξία τη προσφορά της στο Γένος για να μάθουν όσοι τυφλωμένοι από τον αντιπατριωτικό εθνισμό αμφισβητούν και διαβάλουν την προσφορά της.

Στη πρόσοψη του αχειροποίητου ναού της Εκκλησίας στήθηκε από τα τέλη του 1ου αιώνα, το δίδυμο υπόδειγμα της αποστολικότητος και της ακριβείας της πίστεως, οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, ως οι εκπρόσωποι «της εξ Ιουδαίων και της εξ Εθνών Εκκλησίας», όπως άλλοτε είχαν τοποθετηθεί δύο χάλκινοι στύλοι (Β Χρον.γ 15 – 17) εκατέρωθεν της εισόδου του ναού του Σολομώντα. Τα επί των τάφων των δύο Αποστόλων στηθέντα στα μέσα του 2ου αιώνα «τρόπαια» στο τόπο του μαρτυρίου και της ταφής των σεπτών λειψάνων τους στην αιώνια Πόλη της Ρώμης σηματοδότησαν την εξέχουσα τιμή των δύο σταθερών πυλώνων της αποστολικής πίστεως της Εκκλησίας που απετέλεσαν και το πανάρχαιο αρχέτυπο αυθεντίας που άλλοτε στη Συναγωγή συμβολιζόταν με την «καθέδρα του Μωϋσέως». Αυτή η την «καθέδρα» μεταβλήθηκε στην Εκκλησία σε «αποστολική» για τον κεντρικό «στυλοβάτη», που στήριζε ως «Πρωτεπίσκοπος» στην «αγάπη» τους χριστιανούς επισκόπους της τότε εποχής. Η αρχαιότατη αυτή δυάδα της αποστολικής ενότητος της Εκκλησίας, ο Πέτρος και ο Παύλος, διαβιβάστηκε στις επόμενες γενεές και μνημονεύεται λειτουργικά, με τον συνεορτασμό τους για τη μετακομιδή των λειψάνων τους από τις κατακόμβες του πάπα Καλλίστου (29 Ιουνίου) στις μεγαλειώδεις βασιλικές που κτίστηκαν επάνω από τον αρχικό τόπο της ταφής τους. Η δυάδα αυτή τιμάται από την πρωτοχριστιανική εποχή με την νωπογραφία της «Παραδόσεως του Νόμου» και παρέμεινε εικονογραφικά ενωμένη μέχρι τη μεταγενέστερη εικόνα των δύο «Στυλοβατών» της Εκκλησίας μέχρι τον 16ον αιώνα που την χώρισαν λόγοι αντιπαλότητος των αντιμαχόμενων Δυτικών και Προτεσταντών που παρέσυραν και εμάς για να τιμούμε μόνο το Παύλο και οχι τόσο τον Πέτρο!

Στη διαδρομή των αιώνων η «μεσαίτατη» καθέδρα, το Σύνθρονο, δηλαδή των «Πρωτοκορυφαίων», έγινε σεπτό σύμβολο αποστολικότητος και διακονίας, αλλά και παρρησίας του προκαθημένου επισκόπου. Εξ αυτού και από χρόνια υποστήριξα την εκκλησιολογική σημασία του Συνθρόνου στη καθεδρική Εκκλησία κάθε μητροπόλεως και ζήτησα την προσαρμογή σ’ αυτὴν της όλης ιεροτελεστίας της Ενθρονίσεως και όχι όπως κατήντησε στα καθ’ ημάς ως ένα γεγονός κοσμικής υποδοχής! Η στήριξη αυτής της αποστολικής καθέδρας δεν θεμελιώθηκε βέβαια σε θεία εντολή, όπως υποστηρίζουν οι δυτικοί, αλλά καταστάθηκε απαραίτητη για την εγγύηση της ενότητος της Ιεραρχίας για τη διαφύλαξη της ορθής πίστεως της Εκκλησίας. Από το τελευταίο τέταρτο του 1ου αιώνα αρχίζει να θεωρείται ως η κεντρική «πηγή» ροής της Αποστολικής Παραδόσεως για να επιβεβαιώνεται συνεχώς: «ό,τι παντού και πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθηκε», κατά Βικέντιον τον εκ Λειρίνου. Έτσι η πρώτη καθέδρα «εστύλωσε» την Αποστολική Παράδοση της αλήθειας της πίστεως και επομένως και την ενότητα της Μιας Εκκλησίας και γι’ αυτό οι Πατέρες μεταγενέστερα τιμούσαν σε Οικουμενικές Συνόδους τον αρχιεπίσκοπο της «Ρωμαίων Εκκλησίας», ως τον Προκαθήμενο και εγγυητή της κοινωνίας τους. Αυτό είναι αναντίρρητο γιατί βεβαιώνεται από την μελέτη των πρακτικών όλων των Οικουμενικών Συνόδων. Όμως η πολύ μεταγενέστερη αυτοκρατορική μεταποίηση του αποστολικού αξιώματος του πρώτου «στυλοβάτη» της Οικουμενικής Εκκλησίας, του επισκόπου της Πρεσβυτέρας Ρώμης, εζημίωσε την εκκλησιολογική σημασία του και οι Πατέρες διέγνωσαν την επικινδυνότητα αυτής της εκτροπής και τον 4ο αιώνα διευρύνθηκαν τα όρια της Χριστιανοσύνης. Τότε το αξίωμά του «Πρώτου», Οικουμενικού επισκόπου της Ρώμης έπρεπε να γίνει συλλογικά ελεγχόμενο. Με αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων ανέθεσαν την «εδραίωση της αληθείας» και της «αποστολικότητος» και στα λοιπά αρχαία Εξαρχικά κέντρα των υπερμητροπολιτικών διοικήσεων, που εξελίχθηκαν τον 5ο αιώνα σε Πατριαρχεία, για να αποτελέσουν την Πενταρχία των Πατριαρχών, που τέθηκε επικεφαλής της Μιας Εκκλησίας του Χριστού.

Το ιερό Σύνθρονο, σύμβολο της ενότητος των ιεραρχών του κλίματος της Εκκλησίας Κων/​πόλεως.

Είναι άξιο προσοχής πως η αποστολική θεμελίωση σε κάθε ένα από τα παλαίφατα αυτά Πατριαρχεία στηρίζεται σε ζεύγος Αποστόλων. Στη Παλαιά Ρώμη οι «στύλοι» είναι δύο: ο Πέτρος και ο Παύλος. Στη Νέα Ρώμη-​Κωνσταντινούπολη πάλι οι «στύλοι» είναι δύο: ο Ανδρέας και ο Ιωάννης. Στην Αλεξάνδρεια πάλι είναι δύο οι Απόστολοι: ο Πέτρος και ο Μάρκος. Στην Αντιόχεια πάλι το ίδιο: ο Πέτρος και ο Παύλος. Μόνο στα Ιεροσόλυμα παρά τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη τοποθετείται και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, ίσως για να εξαρθεί η σχέση αποστολικότητος και αρχιερωσύνης. Οι Πατέρες για να μετριάσουν ακόμη περισσότερο κάθε απόλυτη κυριαρχία του κεντρικού θεσμού στη Μία Καθολική Εκκλησία και για να υπάρχει ισορροπία στη Χριστιανοσύνη αποφάσισαν συνοδικά να ανυψώσουν σε ισοδύναμο Ιερό Κέντρο με τη Παλαιά Ρώμη την Αρχιεπισκοπή της Νέας Ρώμης, ακριβώς στο χώρο της Βασιλεύουσας Πόλεως, όπου είχαν προηγηθεί οι οξύτατες δογματικές αντιθέσεις και τελικά διατυπώθηκαν και τα βασικά δόγματα της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία της «πόλεως του Κωνσταντίνου» είχε αποκτήσει πλέον εξαιρετική αυθεντία και κύρος στην αυτοκρατορία της Ανατολής, αφού είχαν παγιωθεί πλέον οι δικαιοδοσίες των λεγόμενων Εξαρχάτων. Η Εκκλησία της Νέας Ρώμης ασκούσε την πατριαρχική εξουσία επί των Εκκλησιών των διοικήσεων της Θράκης, της Ασίας και του Πόντου. Οι Πατέρες της Β´ Οικουμενικής Συνόδου του 381 με τον 3ο κανόνα ανύψωσαν στα Δίπτυχα Τάξεως την Εκκλησία αυτή σε δευτερόθρονη Αρχιεπισκοπή και λίγα χρόνια μετά κατά τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο του 451 την εξίσωσαν με την Αποστολική Καθέδρα της «Πρεσβυτέρας Ρώμης» με τον 28ον κανόνα, παραχωρώντας της τα ίδια αποστολικά προνόμια που είχε ο στυλοβάτης της πρωτόθρονης Εκκλησίας επίσκοπος της Παλαιάς Ρώμης. Τα προνόμια τιμής και υπεροχής του θρόνου της Νέας Ρώμης επικυρώνονται και με τον 9ο και τον 17ο κανόνα της ίδιας Συνόδου, όταν απονεμήθηκαν στο Πατριάρχη της Νέας Ρώμης και τα ιδιαίτερα δικαστικά προνόμια ως ανώτατης εκκλησιαστικής πατριαρχικής αρχής, πέραν της δικαιοδοσίας του και στους λοιπούς πατριαρχικούς θρόνους της Ανατολής! Δηλαδή του απονεμήθηκε ακριβώς η ίδια εξουσία που είχε απονεμηθεί παλαιότερα στον αρχιεπίσκοπο της Παλαιάς Ρώμης για τους επισκόπους με τη Σύνοδο της Σαρδικής-​Σόφιας ( βλ.κανόνες 3ος, 4ος και 5ος). Η απονομή των δικαιωμάτων αυτών στον Κωνσταντινουπόλεως, επικυρώθηκε και μεταγενέστερα με τον 36ον κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 692. Η παραχώρηση αυτή ήταν προφητική όπως απέδειξε η συμφορά των σχισμάτων που ακολούθησε στα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας από το Νεστοριανισμό και το Μονοφυσιτισμό και το Μονοθελητισμό, που συμπληρώθηκε με τη τραγική συρρίκνωση των Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής και τον εγκλωβισμό τους μέσα στις χώρες κυριαρχίας του Ισλάμ.

Με την εντολή των Συνοδικών Πατέρων το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και ο εκάστοτε Πατριάρχης του ως «ο άρχοντας της πατριάς» των Ορθοδόξων επωμίσθηκε τις ευθύνες όχι μόνον του ηγέτη μιας αυτοτελούς Εκκλησίας και του αυθεντικού εκπροσώπου της όλης Ιεραρχίας της Ανατολής, αλλά και του συντονιστού της συνοδικής Συνειδήσεως όλης της Εκκλησίας. Την ευθύνη αυτή την διακόνησε ο Νέας Ρώμης επί δεκαέξι αιώνες και άπλωσε την επιρροή του σ’ όλη τη καθ’ ημάς Ανατολή! Μια λιτανεία ιεροφαντών Πατριαρχών του μυστηρίου της αποστολικότητος ανήλθε στο ιερό Σύνθρονο της Μεγάλης Εκκλησίας. Την απετέλεσαν Άγιοι, Ομολογητές και Μάρτυρες ιεράρχες, διάσημοι θεολόγοι, σπουδαίοι ρήτορες, μεγάλοι διδάσκαλοι και συγγραφείς. Όταν έπνεε ο Παράκλητος στην εκλογή ενός Πατριάρχου εξελέγετο Θεοπρόβλητος ιεράρχης, όπως ήταν ο πρώτος ουσιαστικός Πατριάρχης, ο από Πραιτόρων και λαϊκών Άγιος Νεκτάριος(381 – 397). Οσάκις όμως παρενέβαινε η κοσμική εύνοια και διαπλοκή ζημιωνόταν η πατριαρχική αξία και το Πατριαρχείο.

Εξ αυτού ο αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως αναδείχθηκε ο Πρωθιεράρχης όλης της Ανατολής. Χειροτονούσε και εδίκαζε τους άλλους Πατριάρχες, όταν οι Εκκλησίες τους εμαστίζονταν από εσωτερικές έριδες για ζητήματα πίστεως και τάξεως η και για αντικανονική διαδοχή. Αποκαλείται η «κεφαλή όλων των Εκκλησιών»(Ιουστινιανός) και τα προνόμιά του επικυρώνονται νομοθετικά από αυτοκράτορες, ώστε να είναι ανεξάρτητος από κάθε άλλη εξουσία. Με τον πρώτο κανόνα της θεωρουμένης ως Η´ Οικουμενική Σύνοδος, που συνήλθε επί Φωτίου το 879, επικυρώνονται πάλι όλα τα προνόμια του Πατριάρχου της Νέας Ρώμης στην Ανατολή, παρόμοια με εκείνα του είχε στη Δύση ο Πατριάρχης της Παλαιάς Ρώμης. Οι Πατέρες αποκαλούν τον Φώτιο «αρχιερέα μέγιστο» και ο Στουδίτης Ιωσήφ Βρυέννιος ως «άκρο αρχιερέα της Οικουμένης», όπως σήμερα αποκαλείται ο Πάπας της Ρώμης. Ακόμη και ο τίτλος του «Οικουμενικού Πατριάρχη», με τον οποίο τίμησε η Δ´ Οικουμενική Σύνοδος μόνον τον αρχιεπίσκοπο της Παλαιάς Ρώμης, διαμοιράστηκε στα δύο με τον αρχιεπίσκοπο της Νέας Ρώμης Ιωάννη τον Καππαδόκη (517−519) όταν η Ενδημούσα Σύνοδος των 43 επισκόπων του, του απένειμε τον αυτόν τίτλο, χωρίς τη παρουσία του και ο Ιουστινιανός τον επιβεβαίωσε σε τρεις διαδόχους Πατριάρχες της Νέας Ρώμης, τον Επιφάνιο, τον Άνθιμο και τον Μηνά (520−552) μέχρι να αναγνωριστεί και από τις μεταγενέστερες Συνόδους. Η ομοιότητα των διαιτητικών προνομίων των δύο Θρόνων αναγνωρίζεται από τους ιερούς κανόνες και ως προς την ισότητα επί της μιας «αποστολικής καθέδρας» της Ρώμης, σε σύγκριση με τους παλαίφατους θρόνους των λοιπών Πατριαρχείων, χωρίς βέβαια να έχει τη σημασία καθυποτάξεώς τους. Αυτό ας το μάθουν όσοι αμαθέστατοι κατηγορούν τον Πατριάρχη μας για δήθεν προσπάθειά του να «παπεύσει» ως προκαθήμενος της Ανατολής.

Η διαφορά γνώμης μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου εκκλησιαστικού κέντρου περί των αυτών προνομίων εταλάνισε την Εκκλησία επί αιώνες και μόλις τον 20ον αιώνα η Παλαιά Ρώμη αναγνώρισε την ισότητα των δύο Θρόνων με εκκλησιαστικές πράξεις και έθεσε δύο ισοϋψείς καθέδρες των δύο Προκαθημένων άνωθεν του τάφου του Αποστόλου Πέτρου στο Βατικανό, αρχής γενομένης επί πατριαρχίας Αθηναγόρου (1967), αλλά και επί Δημητρίου (1987) και επί Βαρθολομαίου (1995, 2004).Ήδη και ο επίμαχος τίτλος του Οικουμενικού Πατριάρχη καθιερώθηκε πλήρως στα επίσημα κείμενα μεταξύ των δύο Πατριαρχείων της μιας Ρώμης. Αυτά τα παραθεωρούν οι αδιάβαστοι επικριτές της σταθερής πορείας του Οικουμενικού Θρόνου προς την «Καταλλαγή».

Ο Πατριάρχης μας ιερουργών μετά της Ιεραρχίας του στο Φανάρι.

 

Η Ιστορία των Πατριαρχών από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο του 451 μέχρι το 2004 γράφτηκε από 229 Πατριάρχες αρχής γενομένης από τον Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο (449−458) μέχρι τον ένδοξα σήμερα πατριαρχούντα Βαρθολομαίο (1991). Εξ αυτών οι 99 απεβίωσαν με φυσικό θάνατο στο Θρόνο τους. Οι 5 Πατριάρχες κρεμάστηκαν. Οι 59 παραιτήθηκαν οικειοθελώς. Τελευταίος Πατριάρχης που παραιτήθηκε λόγω ασθενείας ήταν ο Μάξιμος Ε’ το 1949. Οι 72 εκθρονίστηκαν από τη πολιτική εξουσία, οι 12 δύο φορές, οι 2 τρις, 1 τετράκις και 1 πεντάκις! Περίπου 16 Πατριάρχες εγκατέλειψαν το θρόνο υπό δυσδιάγνωστες συνθήκες και 1 το έπραξε τρις φορές! Οι 35 Πατριάρχες ανήλθαν στο Θρόνο δύο φορές, οι 8 τρεις φορές , οι 3 τετράκις και οι 3 εξάκις! Από τους 72 Πατριάρχες ο ένας εκθρονίστηκε από τους τρεις Πατριάρχες της Ανατολής λόγω αιρέσεως. Οι 6 απολύθηκαν από τη Σύνοδό τους ως ανίκανοι για το αξίωμα τους. Από τους 72 Πατριάρχες εξέπεσαν του Θρόνου τους 4 για Δωροληψία, 2 για Σιμωνία, 2 για Ανυποταξία, 13 για αίρεση, 34 από τη βούληση της Συνόδου ή της Ισλαμικής εξουσίας και 2 λόγω αγανακτήσεως του λαού. Ας σημειωθεί πως η μεγαλύτερη αστάθεια των Πατριαρχών εσημειώθηκε από της Αλώσεως και εντεύθεν με παρέμβαση της οθωμανικής εξουσίας. Η κυρίαρχη εξουσία των Οθωμανών θεωρούσε το πρόσωπο του Πατριάρχου ως το εχέγγυο υπακοής του Γένους των Ελλήνων. Κάθε τι που συνέβαινε στην οθωμανική αυτοκρατορία και εθεωρούντο υπεύθυνοι οι Ρωμηοί ή οι ορθόδοξοι χριστιανοί ένοχος εθεωρείτο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Εσημειώνετο στη Θεσσαλία ή στο Μωριά Επανάσταση ο Πατριάρχης εξορίζονταν από το Φανάρι. Νικούσαν οι Ρώσοι τους Τούρκους, ο Πατριάρχης απηγχονίζονταν. Οι Γενίτσαροι εστασίαζαν, εφορολογείτο το Κοινόν Ταμείον των Ρωμηών και ελεηλατείτο το Πατριαρχείο! Πολλοί Πατριάρχες έμειναν στο θρόνο τους λιγότερο από έτος, λίγους μήνες ή και ημέρες! Ένας μάλιστα εκλέχτηκε, αλλά δεν πατριάρχευσε. Η «Άνω καθέδρα» του Πατριάρχη, το ιερό του Σύνθρονο όπου μεταφέρθηκε σε δύσκολους καιρούς εντός ή εκτός της Πόλεως, όπως για 57 χρόνια στη Νίκαια τον 13ο αιώνα, έγινε το θεμέλιο υποδομής της ορθοδόξου ευσέβειας. Από αυτή τη πηγή προήλθε όλη η Ιεραρχία της Ανατολής γι’ αυτό αποκαλείται η Ευσεβής Πηγή του Γένους μας, όπως πρωτοάκουσα αυτές λέξεις έφηβος το 1947 από το στόμα του σεβάσμιου πρώην αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και τότε δεν καταλάβαινα τη σημασία και την αξία τους. Από αυτή τη Πηγή απέρρευσε ο «κανόνας της πίστεως» και η λειτουργική Καππαδοκο-​βυζαντινή παράδοση της λατρείας μας σε όλες τις Ελληνορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες της Ανατολής. Όλα τα Πατριαρχεία δια μέσου των αιώνων ανανεώθηκαν και στηρίχθηκαν από τον Οικουμενικό Θρόνο, χωρίς ποτέ να μειωθεί ή να καταργηθεί το αρχαίο δικαιοδοσιακό καθεστώς αυτών των θρόνων (βλ.Αρχιμ.Καλλίστου, Ο Πατριαρχικός Οικουμενικός Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως. Ανάτυπον εκ του «Εκκλ.Φάρου». Αλεξάνδρεια 1921).

Λέγεται ότι, αν δεν υφίστατο αυτός ο Θρόνος, οι άλλοι πατριαρχικοί θρόνοι στη Μέση Ανατολή θα ήταν μια ιστορική ανάμνηση εξ αιτίας των αιρέσεων, του Ισλάμ και των Σταυροφόρων. Δεν θα υπήρχαν και οι τοπικές Εκκλησίες στην Ανατολική Ευρώπη και οι Μητροπόλεις στην Ελλάδα, που σε ελάχιστες απ’ αυτές επικάθησαν με σκοτεινούς τρόπους πρόσωπα που ονειδίζουν τον Πατριάρχη μας ασεβέστατα με πρωτοφανή κακότητα και αυθάδεια ενδεικτική της ψυχικής τους καταστάσεως, θολωμένης από μια «εθνικοφροσύνη» των τριόδων. Το ίδιο επιχειρούν και μερικοί για να συσκοτίσουν το παρελθόν τους και γι’ αυτό προσφεύγουν στην «ομολογιακή υστερία», ακόμη και συνάζουν γύρω τους διάφορους απόβλητους άλλων μητροπόλεων για τα στηρίξουν δήθεν το «ορθόδοξο φρόνημα»!

Η ιερή εικόνος των σεπτών σεβασμάτων της Πατριαρχικής καθέδρας. Δια χειρός Χρήστου Λιόντα

Το αξίωμά του Οικουμενικού Πατριάρχη ανυψώθηκε στην εκτίμηση των ορθοδόξων μέσα από τους διωγμούς και τα μαρτύρια που κατά καιρούς υπέστη, αλλά και για το φρόνημα και τη καρτερία που επέδειξε ως ηγούμενος του Γένους και δέσμιος Πατριάρχης για την προάσπιση του ορθοδόξου βιώματος του δέσμιου λαού του στα χρόνια της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Αν η Καθέδρα της αιωνίας πόλεως Ρώμης είχε υπαχθεί επί τέσσερις συνεχείς αιώνες σε κυριαρχία αλλόθρησκων, όπως συνέβη με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, δεν γνωρίζουμε αν θα υφίστατο μέχρι σήμερα στον τόπο του το δυτικό Πατριαρχείο της Παλαιάς Ρώμης. Ευτυχώς που όλες οι προσπάθειες των σουλτάνων για να αποβιβάσουν την πανίσχυρη στρατιά τους στην Ιταλία απέτυχαν κατά θεία παραχώρηση.

Όλη τη δεύτερη χιλιετία ο Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζεται ως ο φορέας των ύψιστων αποστολικών αξιών στην Ανατολή, αξιών που ρίζωσαν στη ψυχή των ορθοδόξων λαών. Η αποστολικότητά του εμπνεόταν από αυτά που εδίδαξε δύο φορές προς τους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος (Α Κορ. Δ . 9 – 13 και Β .Κορ.στ 8 – 10) και γι’ αυτό η πρωτοκαθεδρία του δεν ήταν μόνον τιμητική, αλλά είχε και έχει το προνόμιο της «προτεραιότητος» της διακονίας ως «στύλου» της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την εντολή του Ιδρυτή της Εκκλησίας: η διακονία ενός Αποστόλου πρέπει να είναι θυσιαστική προσφορά στο διακονήσαι. Εξ αυτού και αναδείχθηκε ο Πατριάρχης ο ύπατος πνευματικός ποιμένας του κλίματος του Θρόνου, το οποίο παραχώρησε κάθε αυτοκεφαλία με εγγυήσεις για να τιμάται ως ο «αρχιμυσταγωγός» και ο «πρώτιστος ιερεύς» στην ιερουργία της Θείας Ευχαριστίας και της λατρείας μας από όλη την Εκκλησία. Ο Πατριάρχης καθαγιάζει το Άγιον Μύρον και το αποστέλλει στις τοπικές Εκκλησίες σε ένδειξη της αρχαίας απ’ αυτόν πνευματικής εξαρτήσεως.

Ο Κωνσταντινουπόλεως είναι η σεπτή «κορυφή» του Συνταγματίου της Τάξεως των θρόνων του Πατριαρχικού κλίματος. Αυτό περιλαμβάνει περί τις 100 και πλέον εκκλησιαστικές επαρχίες εν ενεργεία, ακόμη και τις σχολάζουσες επαρχίες σε όλη την Οικουμένη κατά τον 28ον κανόνα της Δ’ Οἰκ. Συνόδου. Αυτός έχει το προνόμιο να συγκροτεί και να συγκαλεί υπό τη προεδρία του Συνόδους όλων των μορφών: δηλαδή της Τακτικής, της Ενδημούσης, της Μείζονος ή Υπερτελούς και της Μεγάλης Συνόδου από ιεράρχες εκ των τριών στηλών του Συνταγματίου του και να επιμελείται τη σύνταξη του θεματολογίου τους, την διεύθυνση των εργασιών τους, την εκτέλεση των αποφάσεών τους. Την άσκηση της πατριαρχικής διακονίας του τη διενεργεί κατά τα θέσμια της Ανατολής μετά της Συνοδικής Διαγνώμης, ενώπιον της οποίας δεν μπορεί να εισχωρήσει καμιά παρεμβολή κοσμικής επιδιώξεως χωρίς συνέπειες «ακοινωνησίας» ή και «άρσεως της άχρι καιρού επιτροπείας». Οι αποφάσεις του εν Συνόδω είναι θεσπίσματα κανονικού κύρους για όλους τους ορθοδόξους, όπως μαρτυρούν οι πατριαρχικές Πράξεις και τα σιγιλλιώδη Γράμματα που αρχίζουν και τελειώνουν με την υπογραφή του. Είναι διατάγματα κανονικών πράξεων. Ας σημειωθεί ότι ακόμη και τα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων για κάποιο ευαγές ίδρυμα μονής ή ναού ή φιλανθρωπικού έργου κτλ., για να αποκτήσουν μόνιμο κύρος για την Εκκλησία έπρεπε να συνοδευόταν από πατριαρχικό σιγίλλιο. Αυθαίρετες πράξεις της κοσμικής εξουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιερού θεσμού της Εκκλησίας για τα εκκλησιαστικά πράγματα είναι εκ προοιμίου άκυρες. Ο Πατριάρχης με ιδιόβουλο σιγίλλιο που εκδίδεται με συνοδική συγκατάθεση, ιδρύει Επισκοπές και Μητροπόλεις, ανυψώνει Επισκοπές σε Αρχιεπισκοπές και Μητροπόλεις και διαμορφώνει νέες εκκλησιαστικές επαρχίες από αυτόχθονους χριστιανούς, όπως έπραξε το 1923 ο πατριάρχης Γρηγόριος Ζ’ στις «Νέες Χώρες». Ο Πατριάρχης χορηγεί δυνητικά και όχι υποχρεωτικά προσωρινές ατελείς αυτονομίες με όρους ή και κατά τις ιστορικές συνθήκες πρόσκαιρες πατριαρχικές αξίες, αλλά και θέτει σε Τόμους ή Πράξεις όρια υποχρεωτικής κινήσεώς της τοπικής εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας! Όσοι ανοήτως ταυτίζουν τη διακονία αυτή με τον κάποιον Παπισμόν δεν έχουν καταλάβει πόσο συντεταγμένη κοινωνία είναι η Εκκλησία δια των αιώνων και με πόσους αγώνες κρατήθηκε η ενότητά της μέσα στην ίδια αυστηρή Τάξη. Όσοι διατυπώνουν τέτοιες απόψεις στην πραγματικότητα έχουν διαβρωθεί χωρίς να το καταλάβουν από την ελευθεροφροσύνη του Διαφωτισμού και ας έχουν περιβληθεί και με «ορθόδοξο ωμοφόριο». Στην πραγματικότητα προσχώρησαν στα φρονήματα του Καλβίνου και του Λουθήρου και των συν αυτοίς, δηλαδή αυτών που σκόρπισαν την Εκκλησία στις ποικιλώνυμες μορφές παρατάξεων και αιρέσεων, που συνεχώς πολλαπλασιάζονται, γιατί αρνούνται την αποστολική ευθύνη της Ιερωσύνης, αυτή που εκπροσωπούν μόνον οι αρχαίες κανονικές Εκκλησίες της Ανατολής και της Δύσεως, οι Πατριάρχες τους με τις Ιεραρχίες τους.

Κατ’ απόφαση των τεσσάρων παλαίφατων Πατριαρχών της Ανατολής, που περιλαμβάνεται σε Τόμο του 1663 για την Εκκλησία στη Ρωσία (κεφ.η καὶ κα καὶ κβ ), ο Θρόνος της Νέας Ρώμης κληρονόμησε πάντα τα προνόμια που είχε προ της αποσχίσεώς του ο Θρόνος της Παλαιάς Ρώμης, όπως είναι η ανωτάτη «πάσα κρίσις» επί των εκκλησιαστικών ζητημάτων και πραγμάτων. Πρόκειται για το αδιαφιλονίκητο προνόμιο της Εκκλήτου του Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή της ανωτάτης κρίσεως (εφέσεως) του ύπατου δικαστή για κάθε σοβαρότατη επ’ Εκκλησία αντιδικία μεταξύ συνυποψηφίων ιεραρχών για κάποιο θρόνο ή περί της εκπτώσεως από θρόνο «επιβάτη» ή και καταδίκης ιεράρχη από τοπική Σύνοδο, καθώς και για όλες τις σοβαρές και αμφισβητούμενες εκκλησιαστικές υποθέσεις (Καλλίνικου .Δελικάνη. Επίσημα Πατρ.Έγγραφα.τομ.Β΄.ι-ια και τομ.Γ΄ 101 – 103 & 115 – 116 και Μανουήλ Γεδεών Κανον.Διατάξεις.Ι,350 – 351 &365 – 366 και Σάρδεων Μαξίμου.Το εν τη Ορθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ Οικ.Πατριαρχείον.Θεσσαλονίκη 1972.σ.174 – 211.

Ο Οικουμενικός Θρόνος, ιδίως μετά την Άλωση, στήριξε στοργικά όλα τα Πατριαρχεία της Ανατολής. Επικύρωνε τις εκλογές των άλλων Πατριαρχών με τα απαντητικά Πατριαρχικά Γράμματα στις Ειρηνικές Επιστολές τους και τούς ανανέωνε τη κανονική υπόσταση μέσα στην Ορθοδοξία. Έπαυσε Πατριάρχες που κακοδοξούσαν ή εγκατέλειπαν τον θρόνο τους και στήριζε τα δικαιώματά τους σε τόπους, χώρους και ναούς και ιερά προσκυνήματα. Εξασφάλιζε διπλωματικά με τη συμπαράσταση του αυτοκράτορα την παρουσία και παραμονή τους σε αλλόθρησκα εδάφη. Ο Πατριάρχης επανασυνιστά Ιεραρχίες σε παλαιές Εκκλησίες που στερήθηκαν αρχιερείς ὴ καταλύθηκαν τα Αυτοκέφαλα ὴ οι Αυτονομίες τους από τις κρατικές αρχές, όπως συνέβη το 1957 στη Κύπρο, το 1991 – 92 στην Αλβανία, το 1999 στη Εσθονία κ.ά.. Ας σημειωθεί κάτι πολύ σημαντικό που λέει πολλά. Όλοι οι αρχιερείς των «Νέων Χωρών» που συμμετείχαν στη προάσπιση της ελληνικότητας αυτών των Μητροπόλεων και μερικοί μάλιστα θανατώθηκαν για τους αγώνες τους, μαθήτευσαν στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και ούτε ένας για δείγμα δεν προέρχεται από τη Παλαιά Ελλάδα!! Από εκεί και την Κρήτη προέκυψαν μόνον λαϊκοί αγωνιστές, ενώ κατά καιρούς εμφανίζονται διάφοροι κενόδοξοι που κυνήγησαν εκεί την αρχιερωσύνη με προοπτική τη μετάθεσή τους στην Ελλάδα.

patriarxis5Ο Πατριάρχης μεριμνά άμεσα για όλα τα ζητήματα πίστεως, ήθους, τάξεως λατρείας που απασχολούν την Εκκλησία. Εκείνος αρχίζει την αλληλογραφία μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών για σπουδαία ζητήματα και τις καλεί σε Συνάξεις και Διασκέψεις για την επίλυση προβλημάτων μικράς ή μείζονος σημασίας προς διασφάλιση της ενότητος της Μιας Αγίας Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Αυτός επιστατεί και στις σχέσεις με τους ετεροδόξους και τους αλλοθρήσκους και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεως για την επαναπροσέγγιση των διισταμένων χριστιανών. Κανένα σχίσμα ο Πατριάρχης δεν θεώρησε ποτέ ως οριστικό ή αποτυχημένο και γι’ αυτό συνεχίζει το Διάλογο μαζί του, όπως μαρτυρεί η Εκκλησιαστική Ιστορία. Επιστατεί στην εξήγηση των εκατέρωθεν θεολογικών και εκκλησιολογικών θέσεων και τιμώμενος τιμά τους σεβομένους το αξίωμά του. Αλλά και όταν διαπιστώνει μετά της Συνόδου του αγαθά σημεία επαναπροσεγγίσεως, επιδιώκει να τα ενισχύσει με εκκλησιαστικές πράξεις μέχρι του επιτρεπτού σημείου εκείνου που δεν αναιρεί την υφιστάμενη ευχαριστιακή ακοινωνησία, όπως έπραξαν ο ιερός Φώτιος και πολλοί διάδοχοί του και Μάρκος ο Ευγενικός κ.α. από τον 9ο έως τον 15 αιώνα σε περιπτώσεις προσπαθειών επανασυναντήσεως Ανατολής και Δύσεως και το αυτό συμβαίνει και σήμερα κατά τις επ’ Εκκλησίες Συναντήσεις Πάπα και Πατριάρχου, που ακολουθούν την παλαιότατη λειτουργική τάξη των Κατηχουμένων ή με τις ανταλλαγές μηνυμάτων κατά τις Θρονικές εορτές, οι κοινές προσευχές στις Συνάξεις Επιτροπών του Διαλόγου κ.τ.λ. Ποτέ στην Ιστορία της Εκκλησίας δεν συμπεριφέρονταν οι διαφωνούντες ορθόδοξοι και ετερόδοξοι σιωπηροί ως άθεοι, δηλαδή χωρίς την εκ προοιμίου συμπροσευχή πριν τις συνομιλίες τους. Αυτό το κρύβουν από τους «ευσεβείς που επιδιώκουν να σώσουν» οι σύγχρονοι πονηρευόμενοι ακριβολάτρες για να στηρίζουν τις θνητές φλυαρίες τους περί συμπροσευχής που την έκαναν λάβαρο της προπέτειας του ελλαδικού αναρχισμού που έμαθε από το 1962 να τρομοκρατεί τους επαΐοντες του κλήρου.

Και όμως ο Πατριάρχης υπεραμύνεται της διδασκαλίας της Εκκλησίας και του Δικαίου του Συντάγματος των ιερών κανόνων. Ως η «κεφαλή» της ορθοδόξου κανονικής ιερωσύνης στην αδιαπραγμάτευτη δικαιοδοσία του και με τη μνημόνευση του ονόματος του οι λειτουργούντες δίδουν την αναμφισβήτητη κανονική εγκυρότητα στα μυστήρια και στις ιεροτελεστίες που τελούνται μέσα στο κλίμα του και όπου εκείνος προΐσταται. Με την «άδεια και τη προτροπή του» ανανεώνεται η Ιεραρχία του Θρόνου του από πρόσωπα κοσμούμενα από χρηστότητα ήθους, μορφώσεως και ικανοτήτων και αποφεύγεται η συσσώρευση μικρόνοων, ακατάρτιστων και ιδιοτελών προσώπων στην Ιεραρχία του. Επιτρέπει την διεξαγωγή αρχιερατικών εκλογών στην έδρα του ή αλλού και προτείνει υποψηφίους, χωρίς ο ίδιος να είναι παρών ή ποτέ να ψηφίζει, πολύ περισσότερο με το ερευνητικό βλέμμα του ή την ανάμειξή του στην διαλογή των ψήφων να εξάγει εκ της ψηφοδόχου τον αρεστόν του όπως δυστυχώς συνέβη παρ’ ημίν. Η Σύνοδος ρίπτει τις κανονικές ψήφους και τις καταμετρούν οι καθορισμένοι ψηφολέκτες και εκφωνούν τους υποψηφίους και το όνομα του «εψηφισμένου», γιατί θεωρείται κανονικό έγκλημα άξιο καθαιρέσεως κάθε παρέμβαση στη διαδικασία «μεταστροφής» κανονικών ψήφων ή στην πλαστογραφία των ή και στην αλλοίωση ακόμη τίτλου στα συνοδικά Πρακτικά! Όταν συμβούν τέτοια παρατράγουδα την λύση δίδει η «αριστερά του Κυρίου» και έχουμε παραδείγματα. Ο «εψηφισμένος» δίδει στον Πατριάρχη την «Ομολογία της πίστεως του», της υπακοής και του κανονικού μνημοσύνου εκείνου και των διαδόχων του, με δεσμευτικούς όρκους που ισχύουν δια βίου και όταν παραβαίνονται δεν ισχύουν όλα τα δικονομικά ευρήματα για να διασώσουν τον επίορκο αρχιερέα! Μετά την «Ομολογία», ο Πατριάρχης επιτρέπει την κανονική τέλεση της χειροτονίας του και εξαγγέλλει στη χηρεύουσα εκκλησιαστική επαρχία με Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο την εγκατάσταση του νέου ποιμενάρχη της. Ακόμη ο Πατριάρχης εποπτεύει και σε εκλογές ιεραρχών που διενεργούνται με την ευλογία του από αυτονόμους διοικήσεις και τις επικυρώνει. Επειδή έχει το μεγαλύτερο προνόμιο να συνιστά νέες εκκλησιαστικές επαρχίες και να ανυψώνει Επισκοπές σε Αρχιεπισκοπές και σε Μητροπόλεις, έχει και το μικρότερο προνόμιο να ανυψώνει τιτουλαρίους ιεράρχες σε εν ενεργεία και να αποφασίζει τελεσίδικα για την καταλληλότητα εκλογίμων προς αρχιερατεία στις επαρχίες του κλίματός του. Μόνον ο Οικουμενικός Πατριάρχης απονέμει εκκλησιαστικά αξιώματα και εξαρχικούς τίτλους και αυτός μόνος έχει το δικαίωμα να αποστέλλει Αποκρισ(ι)αρίους και Εξάρχους στα κράτη για να τον εκπροσωπούν σε ζητήματα που άπτονται των διμερών σχέσεων Πατριαρχείου και κρατών. Γιατί το Πατριαρχείο ως διεθνής θεσμός ακολουθεί από αιώνες την κρατούσα διεθνή πρακτική με τα διάφορα κράτη για τις συμφωνίες του που γίνονται και νόμοι, όπως πράττει από αιώνες η Αγία Έδρα της Παλαιάς Ρώμης πλέον οργανωμένα με τις διακρατικές συμφωνίες της, τα γνωστά ως Κονκορδάτα.

patriarxis6Μέσα στην πατριαρχική Δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως, αυτή που όρισαν οι ιεροί κανόνες και οι Οικουμενικές Σύνοδοι και παγίωσε η Ιστορία, παραχώρησε η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως με Τόμο, το 1850, στις ελευθερωθείσες μητροπόλεις της Νεοελληνικής Πολιτείας ‚«εκκλησιολογική υπόσταση» με την οποία συνέστησε τότε την «αυτοκέφαλη» διοίκηση. Όμως η χώρα προοδευτικά απέκτησε και άλλα εδάφη που εκκλησιαστικά εδιοικούντο από αιώνες από την Μητέρα Εκκλησία, όπως ήταν οι μητροπόλεις της Κρήτης (1900), το Άγιο Όρος και των «Νέων Χωρών» (1913−1923) και το 1946 οι μητροπόλεις της Δωδεκανήσου. Έτι συνυπάρχουν μέσα στη Δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στην Ελλάδα πραγματικά υφίστανται τέσσερις διοικήσεις και αυτό εξ αφορμής της αυτοκεφαλίας. Γιατί άλλα είναι τα όρια της εκκλησιαστικής Δικαιοδοσίας που διατηρούνται όσο δεν τα μεταβάλλει Οικουμενική Σύνοδος και άλλα τα σύνορα των κρατών που μεταβάλλονται με διεθνείς συμφωνίες. Η Εκκλησία έχει τα δικά της όρια που δεν συμπίπτουν με τα σύνορα του εθνικού κράτους, ούτε και μπορεί να τα μεταβάλλει οποιαδήποτε κοσμική εξουσία με τη βία.

Ο Πατριάρχης και η Πατριαρχική Σύνοδος του παρέχουν με Τόμους και με Πράξεις ελεγχόμενη από όρους αυτοκεφαλία ή αυτονομία σε εκκλησιαστικές διοικήσεις του κλίματος του Θρόνου, που περιλήφθηκαν σε νέα ανεξάρτητα κράτη και ζητούν εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση. Η τοπική αυτοκεφαλία και η αυτονομία δεν είναι υποχρεωτική από τους ιερούς κανόνες, όπως παλαιότερα μερικοί παρερμήνευαν κάποιους κανόνες για να την στηρίξουν. Απλούστατα είναι δυνητική ενέργεια του κυριάρχη της καθορισμένης δικαιοδοσίας Πατριάρχη, ελεγχόμενη από τους τεθέντες όρους, ανά πάσα στιγμή από το θεσμικό κέντρο που τους χορήγησε. Το 1973 το Φανάρι με δήλωσή του δια του Τύπου ενίσχυσε την ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας προσφυγή δύο αρχιερέων των “Νέων Χωρών” που προσέφυγαν σ’ αυτό για την καταστρατήγηση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και όρου της Πράξης του 1928, με την παράληψη(!) των Πρεσβείων στη σύνθεση της τότε «Συνόδου», με αποτέλεσμα να απορριφθεί η σύνθεσή της και ν’ αρχίσει η πτώση όσων με μια Αριστίνδην Σύνοδο προσπάθησαν το 1967 να ξηλώσουν τον Τόμο του 1850 και να εγκαθιδρύσουν στην Ελλάδα πλαστή και ασεβέστατη αποστολικότητα Θρόνου ερήμην των αποφάσεων της Μητρός Εκκλησίας! Όλα τα αυτοκέφαλα που κατά καιρούς εδόθηκαν επειδή δεν στηρίζονται σε ιερούς κανόνες και διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας είναι ατελή και πρόσκαιρα. Όσο λιγότεροι είναι οι Όροι τόση περισσότερη εμπιστοσύνη υπάρχει για το μέλλον μιας ανεξάρτητης Εκκλησίας. Όσο περισσότεροι Όροι υπάρχουν σε έναν Τόμο Αυτοκεφαλίας, τόσο σαφέστερα καταδεικνύεται αφενός η επιθυμία του Κέντρου για την προστασία του Αυτοκεφάλου από πιθανές παρεμβάσεις του Κράτους και αφετέρου από ενδεχόμενες ενέργειες Ιεραρχών της νέας αυτοκέφαλης διοίκησης που θα θέσουν σε κίνδυνο τις αγαθές σχέσεις με την Μητέρα Εκκλησία.

Ο Πατριάρχης για να διασφαλίζει τις σχέσεις του Ιερού Θεσμικού Κέντρου με τις τοπικές εκκλησιαστικές αρχές, απονέμει και τη Σταυροπηγιακή αξία σε μονές της εκ παλαιού Δικαιοδοσίας του, χωρίς την συγκατάθεση ουδεμιάς συνυπάρχουσας μεταγενέστερης απ’ αυτόν δοτής διοικήσεως. Ταυτόχρονα προστατεύει έμπρακτα και την κανονική ανεξαρτησία και ανάπτυξή των υφισταμένων Σταυροπηγίων με την χορήγηση αποδεικτικών εκ του Πατριαρχικού Αρχείου, εφόσον αυτά δεν καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν και αναφέρονται σε αξιόπιστες πηγές. Στην περίοδο του ελλαδικού σχίσματος με το θεσμικό κέντρο της Εκκλησίας(1833 – 1850) οι νομοθετήσαντες αυθαίρετα χωρίς την άδεια του Πατριάρχου, το 1834, διέλυσαν τις Σταυροπηγιακές μονές των ελευθερωθέντων περιοχών της Ελλάδος προς διαρπαγή της περιουσίας τους. Τότε κατέστρεψαν το σύνολο σχεδόν του προστατευτικού για τον λαό μας μοναστικού ιστού της χώρας. Αυτή η αντορθόδοξη πράξη της Βαυαροκρατίας ουδέποτε αναγνωρίστηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, γιατί τα θυσιαστήρια που επάγησαν με τους Σταυρούς του, παρά την στέρηση της σταυροπηγιακής περιουσίας τους, εξακολουθούν να λειτουργούνται ως υφιστάμενα προ της δωρηθείσης αυτοκεφαλίας. Τα επιδεικνυόμενα στα κειμηλιαρχεία των Μονών Σταυροπηγιακά Πατριαρχικά σιγίλλια δεν είναι απλά ιστορικά κείμενα αλλά μη αναιρεθείσες εκκλησιαστικές Πράξεις με μείζονος κανονικής αξίας που παρέχουν και νομικές εγγυήσεις, ως επίσημα κείμενα προγενέστερα της συστάσεως της αλλόδοξης Αντιβασιλείας. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που σημειώθηκαν παρόμοιες βιαιοπραγίες κατά των μονών προοδευτικά αποκαταστάθηκαν τα δίκαια της Εκκλησίας και το κράτος που κατέλυσε την αιωνόβια τάξη επέτρεψε να εγκατασταθούν και πάλι οι αδελφότητες των μοναχών για να λειτουργούν, συντηρήσουν και αποκτήσουν και πάλι φερέγγυα περιουσία προς συντήρησή τους. Ό,τι παρέλειψε η Πολιτεία και αμέλησε η Αυτοκέφαλη Διοίκηση γιατί εφράγη τότε η φωνή της. Τώρα ο Πατριάρχης και η Σύνοδός του προοδευτικά στηρίζουν τις μονές για να επανακτήσουν την σωστική διακονία τους. Όποια μοναστήρια ιδρύθηκαν μετά το 1850 μπορούν να λογίζονται επισκοπικά των απογυμνωμένων από εξαρχικούς τίτλους Μητροπόλεων της Παλαιάς Ελλάδος. Τα οικονομικά ζητήματα του Πατριαρχείου πάντοτε εταλαιπωρούνταν μεταξύ «ζητείας» και «πενίας».

patriarxis7

Ο Παντεπόπτης Κύριος από το ύψος της κλίμακος του κεντρικού οίκου των Πατριαρχείων . υποδέχεται τους προσκυνητές της Μητρός Εκκλησίας. Ψηφιδωτὸ του Σωτήρη Βάρβογλη 1989.

Το Φανάρι, το 1930, παραχώρησε στην Ελληνική Πολιτεία όλη την Εκκλησιαστική περιουσία των Μητροπόλεων του στις λεγόμενες «Νέες Χώρες», κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, για την αποκατάσταση του προσφυγικού κόσμου. Έκτοτε ο ευεργετημένος και ευσεβής Λαός ανέλαβε την ευθύνη συντηρήσεως των ιερών και των οσίων στη κοιτίδα του Γένους. Με αυτά τα παρεχόμενα μέσα ο εκάστοτε Πατριάρχης διασφαλίζει το άριστο δυνατό για τη λειτουργία των ναών, των ιδρυμάτων και των συνεργατών του στην αποδεκατισμένη από πληθυσμό καθέδρα του. Φροντίζει για τη λειτουργία των νεοσύστατων μητροπόλεων που συνεστήθησαν μέσα στο κανονικό έδαφος της δικαιοδοσίας του και συμπαρίσταται σε όποια Αυτοκέφαλη ή Αυτόνομη Εκκλησία που καταδυναστεύεται από τις εσωτερικές διενέξεις ή έξωθεν παρεμβάσεις αλλοτρίων διοικήσεων για να μην αυτοδιαλυθούν. Ο Πατριάρχης κατάλληλα χειριζόμενος την μακρά πείρα των προκατόχων του, επεμβαίνει και πρωτοστατεί στην επίλυση όσων προβλημάτων μερίζουν τις τοπικές Ιεραρχίες (Βουλγαρία κ.α.) και επικοινωνεί και διεξάγει τις συζητήσεις μετά της Πολιτείας για σοβαρά εκκλησιαστικά ζητήματα δια των ανωτάτων εκπροσώπων της, όπως είναι οι Υπουργοί των Εξωτερικών κ.α. Δεν δεσμεύεται από συζητήσεις με κληρικά ή λαϊκά πρόσωπα άγνωστης προελεύσεως ή σχισματικούς ή από απεσταλμένους κοσμικών συμφερόντων, αφού αυτοί απερίσκεπτα πρώτοι θα τον εκθέσουν. Όταν όμως η πανίσχυρη κοσμική εξουσία εκβιάζει τον φέροντα το αξίωμα, συχνά ο Πατριάρχης ελίσσεται «εξαγοράζοντας τον καιρό». Όμως ουδέποτε εκτελεί θελήματα, που παραβλάπτουν τις κανονικές αρχές που παραβλάπτουν την υπόσταση του Πατριαρχείου του.

Το Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης του είναι η Αρχή που προστατεύει τη τήρηση των συμφωνηθέντων όρων αλληλοεξαρτήσεως Μητέρας και θυγατέρας Εκκλησίας για να μη διασπάται η ενότητα και αρμονία της κοινωνίας και της αδελφότητος με όθνεια αντιεκκλησιαστικά και κοσμικά επιχειρήματα εθνισμού ή τοπικισμού και νομοφάνειας. Αυτά εύκολα μεταβάλλουν ένα Αυτοκέφαλο σε αυτοκεφαλαρχία ενός ή περισσοτέρων στασιαρχών, που δεν διστάζουν ακόμη και να σχίζουν «τον άρραφο χιτώνα της ευσεβείας», μεταθέτοντας τα καθορισμένα όρια της διοικήσεως τους. ( Μansi. Ampl. coll. Τομ.25 σ. 49 – 52).

Η έδρα του Ηγουμένου-​Πατριάρχου λειτουργεί σήμερα στο Μεγάλο Μοναστήρι του Φαναρίου. Εκεί, τα τελευταία 400 χρόνια είναι το Ιερό Κέντρο αναφοράς, συζητήσεων και επιλύσεων των κατά καιρούς γενικών η τοπικών προβλημάτων της Εκκλησίας. Εκεί συγκεντρώνονται κληρικοί και λαϊκοί, που έχουν ευσέβεια και παιδεία και γλώσσα ελληνική και μαθήτευσαν στη μεγάλη Σχολή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Η Σχολή αυτή αντλούσε τα τελευταία 150 χρόνια τα στελέχη της από τους αρίστους της κατά Χάλκη Ιερής Θεολογικής Σχολής. Πολλοί επήγαν στη Χάλκη και άπρακτοι έφυγαν , όμως οι περισσότεροι αναδείχθηκαν στο κλίμα του Πατριαρχείου λάμπουσες προσωπικότητες ισάξιες των προκατόχων τους. Από τη Χάλκη ο εκάστοτε Πατριάρχης διάλεγε τους διακόνους της Αυλής του, μέσα στην οποία ελάμβαναν βαθιά γνώση και πείρα της κυβερνητικής τακτικής της Εκκλησίας. Από εκεί δε και άρχιζε η σταδιοδρομία των ικανοτέρων. Η πανουργία της Άγκυρας έπληξε την δυνατότητα αυτή των Πατριαρχών τα τελευταία 40 χρόνια με το κλείσιμο της Σχολής για να αποστραγγίσει κάθε ικμάδα ζωής από το Πατριαρχείο μας και να το αναγκάσει να γονατίσει. Αυτό όμως το εκμεταλλεύθηκαν και μερικοί ξεδιάντροποι κουρσάροι που ξενιτεύτηκαν για να τιμηθούν με την αρχιερωσύνη.

Όλα μαρτυρούν ότι ο ιερός θεσμός του Προκαθήμενου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εδράζεται σε εκκλησιολογικά και κανονικά στηρίγματα. Από το αξίωμά του ξεκινούν όλα και προς στο αξίωμά του όλα επιστρέφουν, γιατί είναι ο Σφραγιδοφύλακας της πατρώας πίστεως και της κανονικής θεσμοθεσίας για την ευστάθεια και την ενότητα όλων των επί μέρους τοπικών Εκκλησιών. Είναι ο σημερινός «αποστολικός στύλος» στη καθ’ ημάς Ανατολή που βαστάζει το βάρος και την ευθύνη της διακονίας της πρωτόθρονης Εκκλησίας. Δεν έχει ανάγκη να σφετερισθεί δικαιώματα ενός πάπα, γιατί τα προνόμια τα έχει εκ των ιερών κανόνων. Η κορυφαία αξία του Πρώτου επισκόπου της Εκκλησίας συνεπάγεται εξαιρετικά καθήκοντα διασφαλίσεως της ενότητος πίστεως και τάξεως στην Εκκλησία και είναι επικυρωμένα με οικουμενικές αποφάσεις. Τα δίκαια του ιερού Θεσμού δεν απρακτούν με τα φαιδρά επιχειρήματα κάποιων νοσηρών εγκεφάλων που πολιτεύονται χωρίς εκκλησιαστική συνείδηση και ας είναι ιεράρχες. Το Φανάρι δεν μπορεί να διαπραγματευθεί τα δίκαια της Διακονίας του, χωρίς να αθετήσει τα θέσμια των Πατέρων της Εκκλησίας και του Γένους, γιατί δεν είναι ένας συμβατικός θεσμός του κρατικού ή του κοινωνικού βίου, υπηρέτης των στενών εθνικιστικών σκοπιμοτήτων ενός λαού, όπως διακηρύττουν όσοι ξέχασαν το θεανθρώπινο χαρακτήρα της Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης είναι πρόσωπο καθαγιασμένο και ιερό γιατί κλήθηκε να είναι ο «διάκονος πάντων» και μέτρο σταθερότητος της Εκκλησίας και του Θρόνο του, ώστε ακλόνητος να τιμήσει το αξίωμα που του εμπιστεύθηκε η Ιεραρχία και η Ιστορία. Μόνο εμπαθείς λοιδορούν τον ύψιστο εκφραστή της ενότητος της Εκκλησίας που αντί να φορέσουν το παλαιό πηλήκιο μιας επηρμένης εξουσίας φόρεσαν κατά λάθος το καλυμμαύχιο του κληρικού. Όμως το Πατριαρχείο περιβάλλεται από όλη την ευγένεια του Γένους μας και το στηρίζουν σε επιτελικές διακονίες οι εκλεκτοί αρχιερείς του και οι εσωκατάκελλοι και εξωκατάκελλοι κληρικοί και λαϊκοί οφφικίαλοί του που τιμήθηκαν με μεγάλα ή απλά αρχοντίκια των τριών πεντάδων του χορού της πατριαρχικής Εθιμοτυπίας.

Ο «Καλός Ποιμήν» της Νέας Ρώμης. Αγαλμάτιο των μέσων του 4ου αιώνα. Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως .

Ο σεβασμός στο ιερό αξίωμα του Πατριάρχου είναι πανανθρώπινος γιατί είναι ο Πατήρ Πατέρων και η συνεκτική αλυσίδα όλων των Ορθοδόξων! Κανένας άλλος θεσμός δεν μόχθησε ιδίως στους κάτω αιώνες τόσο για τη πορεία του Γένους στην Ορθοδοξία και στον Ελληνισμό, όσο ο πατριαρχικός. Το τι εστί Πατριάρχης και ποιο το χάρισμα και η αξία της διακονίας του το προσυπέγραψε στη γνωστή «Επαναγωγή του Νόμου»(884 – 886) ο εκ των αυτοκρατόρων Βασίλειος και Λέων, καθώς και ο ιερός Φώτιος. Κατά τον ορισμό αυτό:

Α .«Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι’ έργων και λόγων εν αυτώ ζωγραφών την αλήθειαν.

Β .«Σκοπός τω Πατριάρχη πρώτον μεν, ους εκ Θεού παρέλαβεν ευσεβεία και σεμνότητι βίου διαφυλάξαι, έπειτα δε, και πάντας τους αιρετικούς κατά το δυνατόν αυτώ προς την ορθοδοξίαν και την ένωσιν της Εκκλησίας επιστρέψαι, έτι δε και τους απίστους δια της λαμπράς και περιφανεστάτης και θαυμασίας αυτού πράξεως εκπλήττων μιμητάς ποιήσαι της πίστεως.

Γ .« Τέλος τω Πατριάρχη η των καταπεπιστευμένων αυτώ ψυχών σωτηρία και το ζην μεν Χριστώ, εσταυρώσθαι δε τω κόσμω.

Δ .«Ίδια Πατριάρχου το είναι διδακτικόν, το προς πάντας υψηλούς τε και ταπεινούς αστεναχωρήτως εξισούσθαι, και πράον μεν είναι εν δικαιοσύνη , ελεγκτικόν προς τους απειθούντας, υπέρ δε της αληθείας και της εκδικήσεως των δογμάτων και της συντηρήσεως του δικαίου και της ευσεβείας λαλείν εναντίον βασιλέων και μη αισχύνεσθαι» (Ράλλη-​Ποτλή Σύνταγμα.κτλ. τομ.6.σ.428 – 429).

Ο Πατριάρχης στέκεται πάντοτε στο εκκλησιαστικό έδαφος και δεν μεταλλάσσει τη πνευματική και ηθική του μεγαλειότητα του με τη δύναμη επηρμένου επιδιώκοντος αστήρικτα «πρωτεία»! Η πατριαρχική του αξία συγκεφαλαιώνει την Ιστορία 17 αιώνων και είναι ο διαδοχικός «στύλος» της αποστολικότητος και ο «Πρώτος τη τάξει» στην καθ’ημάς Ανατολή, που επιβίωσε όλων των ιστορικών δοκιμασιών της Χριστιανικής Ανατολής. Το κύρος του διαρκεί αιώνες και επαυξάνεται συνεχώς μέσα στην ανθρωπότητα, γιατί επαλήθευσε τη Διακονία και την Ιστορία του μέσα στους αγώνες για την Ορθοδοξία και τη Ρωμηοσύνη. Όσοι τόλμησαν να τον κρεμάσουν έχασαν τη μισή αυτοκρατορία τους και όσοι θέλησαν να αμφισβητήσουν την αξία του και τα κανονικά του δικαιώματα συρρικνώθηκαν και ξέπεσαν ως «ράκη ιδίας μωρίας». Ο Αποστολικός Θρόνος του άντεξε όλες τις περιπέτειες της Ιστορίας και καταστάθηκε ένας εκ των τριών πυλώνων του Βυζαντινού Πολιτισμού και με την ελληνική γλώσσα του ταυτίστηκε και με την εθνική καταγωγή των Ελλήνων μέχρι σήμερα. Αυτή η ταύτιση εσαεί απορρίπτει τα εξ οικείων φαρμακερά βέλη των αμυντόρων του πολύ μεταγενέστερου Εθνικισμού, που ατίθασα καταπάτησαν δυο κανονικές αρχές της Εκκλησίας, την ευταξία (Α . Κορ.ιδ 40) και την εν Κυρίω διάκριση (Β Τιμ. β 7) για να στηρίξουν την αυτοκεφαλία που κατά καιρούς εκμεταλλεύθηκαν οι άνθρωποι της εξουσίας. Ο Πατριάρχης είναι ο αρχηγός της στρατευόμενης Εκκλησίας του κλίματός του, προκινδυνεύει των δικαίων και των προνομίων της ιερής αξίας του ρυθμίζοντας τις σχέσεις της με τις κατά κόσμον εξουσίες. (βλ. Χρυσ.Παπαδοπούλου «Η θέσις της Εκκλησίας εν τω τουρκικώ κράτει». Αθήναι. 1930. σελ.10). Αυτού του παναγίου θεσμού τη δεξιά προσκυνούν «όσοι» είναι «πιστοί» και γνώστες της ιερότητος, της μαρτυρίας και της σύγχρονης διακονίας του ανά την Οικουμένη.-

Loading