ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΤΑ ΔΙΚΑΙΑ  ΚΑΙ  ΠΡΟΝΟΜΙΑ  ΤΟΥ  ΣΤΙΣ  ΠΡΕΣΒΥΓΕΝΕΙΣ  ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΝΕΟΤΕΡΕΣ   ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΜΑΣ.

Σύνθρονο

Σύνθρονο

  Ὁ πανσεπτος Οἰκουμενικὸς Θρόνος στὸ ἱερὸ Σύνθρονο τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας στὸ Φανάρι.  

                                                    

       Ἀπό τὴ πολίχνη τοῦ Βυζαντίου στὴ βασιλεύουσα Πόλη.

             Ἡ μικρή πολίχνη ποὺ κτίστηκε στὸ βάθος τοῦ Κεράτιου κόλπου τῆς «Βοσπόριας θρακικῆς ἂκρας» ἀρχίζει γραπτὰ νὰ ἐμφανίζεται ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ πατέρα τῆς Ἱστορίας  Ἡροδότου ( 484-425 π.Χ.) μὲ τὸ ὂνομα Βυζάντιον.         Ἡ περιοχή τῆς κτήσεως  τῆς πολίχνης τοῦ Βυζαντίου στὰ ἐνδότερα τοῦ Κεράτιου κόλπου φαίνεται πὼς κρίθηκε κατάλληλη και ἀσφαλὴς γιὰ ἐπιβίωση σὲ ὃλες τὶς ἐποχὲς καὶ συγκέντρωσε ἂποικους Δωριείς, Μεγαρεῖς, Ἀργείους, Μιλησίους κ.ἂ. Ὃσο μάλιστα πληθυσμιακὰ ἀναπτυσσόταν ὁ ἀρχικὸς οἰκιστικὸς «πυρήνας» καὶ ἐπεκτεινόταν πρός τὸ στόμιο τῆς εἰσόδου τοῦ κόλπου του, τόσο καὶ ἐθεωρεῖτο προσβάσιμος στὴ ναυσιπλοΐα καὶ βρέθηκε ὡς προσήνεμος κατάλληλος τόπος ἐλιμενισμοῦ καὶ νεώριου. Οἱ πλέον προσινεῖς  ἀκτὲς  διέθεταν και  τὸ κατάλληλο ἒμπεδο γιὰ τὴ σύσταση τῆς Ἀγορᾶς τῶν συναλλαγῶν γιὰ ἐμπόριο καῖ   πολιτιστικὲς σχέσεις τόσο μὲ τοὺς λαοὺς τοῦ Εὒξεινου  Πόντου,  ὃσο καὶ μὲ τοὺς ἀνεπτυγμένους λαοὺς τῆς Μεσαγείου θαλάσσης. Ἡ συγκέντρωση πληθυσμοῦ  στην εἲσοδο τοῦ Κερατίου κόλπου ἀνέδειξε καὶ τὸν ὑπερκείμενο λόφο, στὴ κορυφὴ τοῦ ὁποίου ὀχυρώνεται Ἀκρόπολη ποὺ περιλαμβάνει ἱερὰ γιὰ τὴν εὐκτήρια λατρεία τόσων τῶν κατοίκων,  ὂσων καὶ τῶν παραπλεόντων ναυτικῶν.. Ἡ πόλη ποὺ οἰκοδομεῖται σ’ αὐτὸ τὸ θρακικὸ ἀκρωτήριο διαμορφώνεται σύμφωνα μὲ τὴ κρατοῦσα χωροταξία τῶν τότε παράλιων ἑλληνικῶν πόλεων. Ἡ διαχρονικὴ  ἱστορία τοῦ πρωτογενοῦς αὐτοῦ οἰκισμοῦ ὑφάνθηκε ἀπὸ τὰ συμβάντα ποὺ σημειώθηκαν ἐκεῖ ἐπὶ αἰῶνες μὲ τὰ ὁποία καὶ ἀσχολήθηκαν πολλοὶ ὃπως ὁ Θουκυδίδης ( 460-305 π.Χ.), ὁ Πολύβιος ( γ΄αἰώνας π.Χ.) καὶ ὁ Τάκιτος (β΄αἰώνα μ.Χ). Ὃμως τὸν 4ο αἰῶνα ὁ σπουδαῖος ρήτορας Δημοσθένης στὴν περίφημη ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε τὸ 430 «Ὑπέρ Κτησιφῶντος ἢ περὶ στεφάνου» μας πληροφορεῖ ὃτι: «Ὃπως ἐπιστέωνται οἱ Ἓλληνες ταν τε Ἀθηναίων ἀρετὰν και ταν Βυζαντίων καὶ Περινθέων εὐχαριστίαν»  ἐξαίρει τὴν ἑλληνικότητα τῶν Βυζαντίων καὶ τῶν Περινθέων Ἡ πόλη τῆς Περίνθου κλήθηκε ἀργότερα  «Ἡράκλεια» καὶ στὰ πρώτα χριστιανικὰ χρόνια κατὰ  τὸν  «Συνέκδημο τοῦ Ἱεροκλέους»,  ἡ συσταθεῖσα ἐπισκοπὴ τοῦ Βυζαντίου εἶχε κάποια κανονικὴ ἐξάρτηση ἀπὸ τὴ Μητρόπολη τῆς Ἡράκλειας.  Ὃμως αὐτὴ ἡ παράδοση ἒχει σχέση μόνον μετὰ τὴν κανονικὴ καθιέρωση τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος ποὺ θεσπίστηκε μέσα στὰ πλαίσια τῶν ἀποφάσεων γιὰ τὶς δικαιοδοσίες τῆς Α΄ Οίκουμενικῆς Συνόδου. Ἐξ αύτοῦ ἀκόμη καὶ σήμερα κατὰ τὴ τελετὴ ἐνθρονίσεως τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη μὲ τὴν ἐγχείρηση τῆς «ποιμαντορικῆς ράβδου» (πατερίτσας) ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἡρακλείας στὸν ἐκλεγέντα  γιὰ τὴν Καθέδρα τῆς Μητρός Μεγάλης Ἐκκλησίας.

          Κατά τὴν πρό Χριστοῦ χιλιετία τὸ Βυζάντιο εἶναι μία  ἑλληνίδα εὐδαίμων  πόλη ὡς πέρασμα ἐπικοινωνιῶν καῖ συναλλαγῶν καὶ ἦταν πολὺ φυσικὀ νὰ γνωρίσει ἐνωρὶς τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ συνέβαινε στὶς Μικρασιατικές καὶ θρακικές ἑλληνικὲς πόλεις. Ἡ πολυεθνικὴ σύνθεση πληθυσμοῦ τῶν πόλεων αὐτῶν μὲ τὰ ἒντονα θρησκευτικὰ ἐνδιαφέροντα ἦταν ἀδύνατο νὰ μὴ προκαλέσει τὴν  ἐπίσκεψη  τῶν  Ἀποστόλων καὶ τῶν συνεργατῶν τους δεδομένου ὃτι ἀπὸ τὴν μεγάλη «Ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς» μνημονεύονται ὡς παρόντες Καππαδόκες, Φρύγες, Παμφυλεῖς καὶ Πόντιοι καὶ  εἶναι ἀδύνατον ἐπιστρέφοντες στὸν τόπο τους νὰ μὴ διηγήθηκαν τὶς ζωντανὲς ἐμπειρίες τους ἐπάνω στὰ συμβάντα στὴν Ἱερουσαλήμ. Αὐτὲς οἱ διηγήσεις  φαίνεται πὼς ἀπετέλεσαν καὶ τὸ σημεῖο ἐπαφῆς γιὰ τὴ προσέγγισή τους μὲ τὴν πρώτη ἀποστολικὴ ἀφετηρία τῆς Ἀντιόχειας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μὲ τοὺς συνεργᾶτες του μετέφερε τὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα στὸν Μικρασιατικὸ λαὸ τόσον ἀπὸ τὴ Καισάρεια, ὃσο καὶ ἀπὸ τὴν Ἒφεσο ἢδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ πρώτου αἰώνα ὃπως μαρτυροῦν οἱ «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων». Ἡ ἀποχαιρετιστήρια συνάντηση τοῦ Παύλου στὴ Μίλητο τῆς Καρίας μεθ’ ὃλων τῶν κατὰ τόπους «πρεσβυτέρων» (Πραξ. κ΄. 17-18),  ἐπιβεβαιώνει τὴν ὓπαρξη ὀργανωμένων χριστιανικῶν κοινοτήτων στὴ μείζονα περιοχὴ τῶν Ρωμαϊκῶν ἐπαρχιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Μετά ἀπὸ τριακονταετία ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν «Ἀποκάλυψή» του μνημονεύει μᾶλλον συμβολικὰ τὴν ὓπαρξη ἑπτά  ὀργανωμένων Ἐκκλησιῶν μὲ «ἀγγέλους-ἐπισκόπους» (Ἀποκ. κεφ.  α΄ - γ΄)   στὴν Ἒφεσο καὶ στὴ Σμύρνη τῆς Ἰωνίας, στὴ  Πέργαμο τῆς Μυσίας,   στὰ Θυάτειρα, στὶς Σάρδεις καὶ στὴ Φιλαδέλφεια τῆς Λυδίας ἀκόμη καὶ στὴ Λαοδίκεια τῆς Φρυγίας. Ὃλη σχεδὸν ἡ Μικρασιατικὴ γὴ μὲ τὸ ἃπλωμα  τῆς ἀποστολικῆς σαγήνης μεταβάλλεται σὲ ἐκτετεμένο χῶρο φυτεύσεως τῆς ἐν Χριστῷ πίστεως. Αὐτὸ νωρὶς ἒφθασε καὶ στὴ Βιθυνία ὃπως ἀποκάλυψε ἡ διασωθεῖσα ἐπιστολή τοῦ ἀνθύπατού της Πλίνιου Σεκούνδου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανό τῶν ετών 111-112 ἀπὸ τὴ Προῦσα. (Plinius Secundus. Epist. 10,36).  Ἡ γραπτὴ αὐτὴ μαρτυρία συμπίπτει περίπου λίγο μετὰ τὴν ἐκδημία στὴν Ἒφεσο τοῦ τελευταίου διαμορφωτή τῆς ἐκεῖ «κατ’ Άνατολᾶς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως».  Σὲ αὐτὰ προστίθενται καὶ ὃσα μᾶς πληροφόρησε τὴν ἀρχὴ τοῦ Γ΄ αἰώνα ὁ πολυμαθέστατος Ἀλεξανδρινὸς θεολόγος καὶ ὁραματιστὴς  Ἀδαμάντιος Ὡριγένης. Εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ  ἀναφέρει τὰ περὶ πλεύσεως τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα πρὸς στὴ βόρεια περιοχὴ τῆς  Σκυθίας ποὺ ἡ  παρουσία της  ἐπισημαίνεται ὑπεράνω τοῦ Δουνάβεως κατά μήκος τῆς νότιας Οὐκρανίας.  Ἡ διἠγηση τοῦ Ὡριγένη γιὰ τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸ Βὀσπορο δὲν φαίνεται νὰ στερεῖται ἱστορικοῦ πυρήνα καὶ μὲ αὐτὸν συναρτᾶται ἡ ἳδρυση τοῦ πρώτου χριστιανικοῦ θυσιαστηρίου στὸ παραβοσπόριο θρακικὸ προάστιο τῆς «Ἀργυρόπολης», τὸ σημερινό Φυντυκλί, τὸ ὁποῖο βρίσκεται  ἀπέναντι στὴ   «Χρυσούπολη» τῆς ἀσιατικῆς ἀκτῆς τῆς Βιθυνίας. Μὲ τὴ διήγηση  αὐτὴ συμφωνεῖ καὶ ὁ πατριάρχης Κων/πόλεως Νικηφόρος στὰ τέλη τοῦ  8ον  αἰῶνα (Migne P.G. τ. 100 στ.1043-44). Η ὓπαρξη ἒντονης χριστιανικῆς ζωῆς στὴ Βιθυνία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοηθεῖ ἢδη ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰώνα καὶ στὴ γειτνιάζουσα Θράκη καὶ μάλιστα στὸ κομβικό λιμένα τοῦ Βυζαντίου. Ὁ ιστορικός Σωκράτης  μᾶς διαβεβαιώνει ὃτι ὁ Μ. Κωνσταντίνος ὃταν παρέλαβε τη περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου ἐπίσκοπος ἦταν ὁ διάδοχος τοῦ Μητροφάνους Αλέξανδρος, πρὸ τοῦ ὁποίου φαίνεται ὃτι προυπῆρχε ὁλόκληρη ἀλυσίδα τουλάχιστον δεκαεννέα ἂλλων ἐπισκόπων!  Ὃμως γνωρίζουμε πὼς  ἡ καταγραφή αὐτὴ ἐπιχειρήθηκε πρώτη φορὰ τὸν Στ΄ αἰῶνα ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρουσίας στην Κων/πολη τὸ 525 τοῦ πάπα Ρώμης Ἰωάννη Α΄, ὃταν καὶ τέθηκε τὸ θέμα τῆς «πρωτοκαθεδρίας» στὸ συλλείτουργο τοῦ πάπα μὲ τὸν πατριάρχη Κων/πόλεως Ἐπιφάνιο. Ὁ πολυμαθέστατος τότε ἐπίσκοπος Τύρου Δωρόθεος ἐπέλυσε τὸ πρόβλημα γιατὶ χρησιμοποίησε τὴν ἐργασία τοῦ ἐρευνητὴς-πρεσβυτέρου Προκοπίου, ὁ ὁποῖος πρῶτος κατέγραψε ἀπὸ πηγές τὸν Κατάλογο τῶν ἐπισκόπων τοῦ Βυζαντίου, ἀρχόμενο ἀπὸ τὸν συνεργάτη τοῦ Παύλου τὸν «ἀγαπητὸ» Στάχυ ( Ρωμ. ΙΣΤ΄ 9) μέχρι τὸν Μητροφάνη.

    Ὃταν μετὰ τὴ ἦττα τοῦ Μαξεντίου (28 Οκτωβρίου 312 μ.Χ.) ἀναδείχθηκε  μονοκράτορας ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐπέλεξε ὡς νέα πρωτεύουσα τὸ Βυζάντιο καὶ ἀναδιοργάνωσε στρατιωτικὰ καὶ διοικητικὰ τὴν παρηκμασμένη αὐτοκρατορία ποὺ παρέλαβε. Τὰ ἐγκαίνια τῆς νέας Πόλεως πραγματοποιήθηκαν  στὶς 11 Μαΐου τοῡ 330 καὶ  τελικά ὀνοματοδοτήθηκε  κατὰ τὴ συνἠθεια τῆς ἐποχῆς με τὸ ὂνομα τοῦ νέου κτήτορά της  ὡς ἡ τοῦ Κωνσταντίνου Πόλη. Ἒτσι προέκυψε τὸ Κωνσταντινούπολη.  Ἡ ταχύτατη πληθυσμιακή ἀνάπτυξη τοῦ νέου αὐτοκρατορικοῦ κέντρου ἐκ τῆς θέσεώς του κλήθηκε νὰ ἐπιτελέσει στὴν Ἱστορία πυλώνα ἀντιστάσεως τοῦ πολιτισμοῦ στὶς προσβολὲς αλλότριων μορφῶν ζωῆς λαῶν διαβιούντων ἀκόμη «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς». Στὴν ὀχύρωση τοῦ τείχους αὐτοῦ  κλήθηκε νὰ συμβάλει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἑνότητα  τῆς πίστεώς της στὸ Σωτῆρα Χριστό μὲ τὴ  σύγκληση το 325 τῆς Α΄ Οικουμενικῆς Συνόδου στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Αὐτὸ τὸ «ἐκ συμφώνου» σύναξη συνετέλεσε στὴν ὀρθή διατύπωση τῆς τριαδικῆς πίστεως στὸν Ἓνα Θεόν. Τότε ἐπισημάνθηκε τὸ οὐσιῶδες  λάθος τοῦ Ἀλεξανδρινού πρεσβυτέρου Ἀρείου που ἐπιδίωξε  νὰ ἐξηγήσει μὲ τὸν ὀρθὸ λόγο καὶ κατὰ τὰ φυσικὰ ἀνθρώπινα μέτρα τὸ Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Εἶδε τὸ  θεῖο πρόσωπο τοῦ  Ιησοῦ  ὡς ἁπλὸν φυσικόν υἰόν καὶ ὂχι «ὡς τὸν Υἱόν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ μαζί» καὶ ὑποτίμηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ ἁπλὸν «μύστην» μιᾶς θρησκείας. Οἱ ὀπαδοί του Ἀρείου ἐξ αὐτοῦ  διολίσθησαν πρὸς τοὺς στοχασμοὺς ἑνὸς Ἂλογου Θεοῦ τῶν ραββίνων τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ποὺ κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν «Τριαδολογία» της ὃτι ὁδηγεῖ στὸν πολυθεϊσμό!

              Ὃμως ἡ Α΄Οίκουμενικὴ Σύνοδος δὲν ασχολήθηκε μόνον μὲ τὸ βασικὸ αὐτὸ ζήτημα τῆς πίστεως ἀλλὰ ἐπιδίωξε νὰ στηρίξει τὴν  «κανονικὴ  εὐταξία» στὴν Ἐκκλησία μὲ 20 κανόνες τονίζοντας τὸν  ἀπόλυτον σεβασμόν στὴν  δικαιοδοσία τοῦ κάθε ἀποστολικοῦ θεσμοῦ, ποὺ μέχρι τότε εἶχε  ἒμπρακτα ἀναγνωριστεῖ ὃτι ἀνήκει καὶ ἐκφράζει τὴν ἀληθινὴ καὶ ὀρθή πίστη της Μιᾶς Καθολικής καὶ Ἀποστολικῆς  Εκκλησίας.  Τότε θεσπίστηκε καὶ ἐκ «συμφώνου»  ἡ σύνδεση τοῦ «Πάσχα» μὲ τὸ γεγονὸς τῆς «Ἀναστάσεως» ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ προέκυψε ἡ  ἀφετηρία τοῦ λατρευτικού  κύκλου τῶν βασικῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Κωνσταντἰνου  γιὰ τὴ νέα θρησκεία καὶ τὴν Ἐκκλησία της ἦταν πάντοτε σταθερό καὶ δὲν πέρασε ποτὲ σὲ δευτερεύοντα ρόλο καὶ μέχρι καὶ τὸ βάπτισμά του στὴ Νικομήδεια. Ἐξ αὐτοῦ καὶ μετὰ τὸ θάνατό του στὶς 22 Μαΐου τοῦ 337 κηδεύτηκε ὡς «Ἱσαπόστολος» γιὰ τὴ συνεχὴ προσφορά του στὴ διάδοση τῆς εἰς Χριστόν πίστεως καὶ τάφηκε στὸ ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.    Μὲ τὸ βάπτισμά του επισφράγισε την όλη πολιτική θεολογία τοῦ Χριστιανισμού, ποὺ θεώρησε σωτηριώδη τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ   ἱεροποίησε τὸ πρόσωπο τοῦ φορέα τῆς βασιλικής ἐξουσίας.  Ἡ Ἐκκλησία   θεώρησε τὸν φορέα τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἀξιώματος  ὡς ἀσκοῦντα θεοδώρητη δωρεά σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν παγανιστικὴ ἀντίληψη τοῦ παρελθόντος ποὺ θεοποιοῦσε τὸν κάθε Ρωμαῖο αὐτοκράτορα καὶ ταύτιζε μαζἰ του καὶ τὴ βασιλεύουσα πόλη τῆς Ρώμης,  ποὺ παρέσυρε στὴν ἒξαρση  τῆς ἐννοίας της καὶ  ὡς ἀκραῖο συμβόλο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἐξουσίας θεοποιήθηκε καὶ λατρευόταν σὲ ναοὐς.

               Ὃμως οἱ ἐπίγονοι τοῦ Κωνσταντίνου λησμόνησαν τὸν σύνδεσμό του μὲ τὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπί μία καὶ πλέον γενεά δέχθηκαν τὶς ἐπιρροές τῶν ἀντιτριαδικῶν τάσεων τοῦ ἡμιαρειανισμοῦ  καὶ τὸν σφαδασμὸ τοῦ παγανισμοῦ ποὺ ἒρεπε πρὸς τὸν Πανθεϊσμό.  Ὃλοι αὐτοὶ ἐπιδίωξαν νὰ διχάσουν τὴν ἑνότητα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ νὰ διαταράξουν τὴν ὁμόνοια τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καταδιώκοντας τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους ποὺ παρέμεναν πιστοὶ στὴν Τριαδικὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρὸς δικαίωση κατέφευγαν στὸν θρόνον «τῶν διαδόχων τοῦ Ἁποστόλου Πέτρου» τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης.  Τὀτε ὁ Ρώμης Ἰούλιος μὲ τὴ περὶ αὐτὸν Σύνοδό του θέλησε νὰ περιστείλει τὴν καταδίωξη τῶν πρόμαχων τῶν πρώτων ἂρθρων τοῦ «Συμβόλου τῆς Πίστεως», ὃπως.τοῦ Μ.Ἀθανασίου καὶ ἂλλων καὶ ἀποφάσισε τὸ 343  τὴ σύγκληση Μεγάλης Συνόδου στὴ Σαρδικὴ (Σόφια) τοῦ τότε  Ἰλλυρικοῦ κατὰ τοῦ δρώντων ἡμιαρειανῶν οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας αὐθαίρετα ἐξεδίωκαν ἀπὸ τοὺς θρόνους τους ὃσους παραμένουν πιστοὶ στὴν «Ὁμολογία τῆς Νικαίας».  Γιὰ νὰ περιστείλλει ὁ Ρώμης  τὴν αὐθαίρετη παρέμβαση τῆς κοσμικῆς ἐξιουσίας στὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις καὶ κυρίως τὰ τετελεσμένα τῶν ἐκδιώξεων τῶν ὀρθοφρονούντων  ἐπισκόπων θεσπίστηκαν οἰ κανόνες 3ος, 4ος,5ος, γιὰ τὴν ἂσκηση τῆς «Ἐκκλήτου» δηλαδὴ τῆς κανονικῆς ἐφέσεως ἐνώπιον τοῦ «Πρώτου» ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἐκκλησία, ποὺ ἦταν τότε ὁ τῆς Παλαιᾶς Ρώμης.  Μὲ τοὺς κανονικοὺς αὐτοὺς ὁρισμούς  ὁ ἁρμόδιος ὓπατος κριτὴς πάσης «δωσιδικίας»  καὶ «παλινδικίας» γιὰ τὴ τελεσίδικη κρίση τῆς «Ἐκκλήτου» ἦταν κατὰ τὸν 34ο κανόνα «τῶν Ἀποστόλων» ὁ Ρώμης ὡς ὁ μέχρι τότε θεσμικὸς «Πρῶτος» τῆς ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη  Ἐκκλησίας.

             Ἡ Ἐκκλησία τῆς βασιλεύουσας Πόλεως μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἂρχισε νὰ συγκεντρώνει ὃλες ἐκεῖνες τῆς ἐκκλησιαστικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴν αὐτοτέλειά της ποὺ τὴν ἀνέδειξαν σὲ συνεκτικὸ δεσμὸν ὃλων τῶν ἐπισκοπῶν τῆς Ἀνατολῆς.  Ἡ καθιέρωση τοῦ μητροπολιτικοῦ διοικητικοῦ συστήματος τῆς κάθε  περιοχῆς κατέστηκε ἀναγκαῖο τὸ συντονιστικὸ κέντρο στὴν κατ’ Ἀνατολὰς Ἐκκλησία. Ὃμως ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῆς νέας πρωτευούσης δὲν εἶχε ἀρχικὰ ἐκτετορικὸ σῶμα. Τὸ κατάλληλο πρόσωπο ὑποδεικνυόταν ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας  ἢ σὲ περίπτωση  μὴ ἀνευρέσεως ἀναζητεῖτο ἀλλοῦ ἡ χαρισματοῦχος προσωπικότητα. Αὐτὸν ἐνέκρινε καὶ ὁ πολιτειακὸς παράγων καὶ μετὰ ἐκαλοῦντο οϊ ὃμοροι μητροπολίτες νὰ διενεργήσουν ἐν συμφωνία τὴν χειροτονία.Ὁ νέος «Πρῶτος» ἐπιφορτιζόταν τὴν εὐθύνη προστασίας   τῆς ἀποστολικῆς  παρακαταθήκης τῶν «στύλων» τῆς Ἐκκλησίας  Ἀνδρέου, Παύλου καὶ Ἰωάννη ἀπὸ τὰ πρώτα ἱεραποστολικὰ κέντρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης τὴν ὁποία  διατηροῦσαν ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ    ἐκατοντάδα καὶ πλέον   ἐπισκόπων ποὺ συνδέθηκαν μὲ τὴ νέα βασιλεύουσα  Πόλη  τῆς Ἀνατολῆς. Τὸ συνοδικὸ σῶμα αὐτῶν τῶν ἱεραρχῶν θέλησε νὰ ὁλοκληρώσει καὶ  στερεώσει τὸ «Σύμβολο τῆς Πίστεως» τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἂρχισε νὰ διατυπώνεται στὴ Νίκαια  καὶ μὲ τὴ στήριξη τοῦ Μ. Θεοδοσίου πραγματοποιοῦν τὴ Γενικὴ Σύνοδο τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας μεταξὺ τοῦ Μαΐου καὶ Ἰουλίου τοῦ 381  πρὸς ὁριστικὴ καταδίκη τοῦ ἐπικίνδυνου ἡμιαρειανισμοῦ ποὺ εἶχε εἰσχωρήσει καὶ στὸ ἐπισκοπικὸ σῶμα καὶ γι’αὐτὸ  χρειάστηκε:

 α) νὰ συμπληρωθεῖ τὸ «Σύμβολο Πίστεως» τῆς Νικαίας καὶ νὰ ἀποσαφηνιστοῦν τὰ : «Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος , τῆς προσδοκίας τῆς Ἀναστάσεως καὶ τέλος τῆς αἰώνιας μελλοντικῆς ζωῆς» καὶ νὰ ἀσφαλιστεῖ γιὰ πάντα ἡ βάση τῆς ἐν Χριστῷ Ἀποκαλύψεως.

 β) Νὰ ἐκλεγεῖ κανονικὸς «Πρῶτος» στὴν ἐκεῖ ἀρχιεπισκοπὴ καὶ ἡ Σύνοδος νὰ συγκροτεῖται ἀπὸ κανονικοὺς ἐπισκόπους.

 γ)  Γιὰ νὰ στηριχθεῖ ἡ εὐστάθειας τῆς Ἐκκλησίας στὴν  Κωνσταντίνου Πόλη ἀποφασίστηκε ὡς ὁ δευτερόθρονο θρόνος νὰ περιβληθεῖ μὲ τὸ θεσμικὸ κύρος τῆς βασιλεύουσας ὡς ἡ Νέα Ρώμη μὲ τὰ: «Ἳσα πρεσβεῖα τιμῆς» πρὸς τὸ ἀποστολικό κέντρο τῆς «Πρεσβυτέρας» Ρώμης γιὰ τὴν Ἀνατολή.

δ) Ἐξ αὐτῆς τῆς συνοδικῆς ἀποφάνσεως τῶν «ἱσότιμων  πρεσβείων» πηγάζουν ὃλα τὰ προνόμοια τῆς «Προκαθήμενης Ἀρχῆς» σὲ ἑκάτερες περιοχὲς τῆς Οἰκουμένης, ἀπὸ τῆν ἀρχαιοπαράδοτη Παλαιὰ Ρώμη στὴ Δύση στὴν Νέα Ρώμη τῆς Ἀνατολῆς. Ὃμως  μὲ αὐτὸν τὸ κανόνα καθίσταται ὁ τῆς Νέας Ρώμης Ἒξαρχος-Πατριάρχης καὶ ὁ καθ’ ἁρμοδιότητα ὑπεύθυνος γιὰ τὴ τελεσίδικη  ἀπονομὴ τῆς δικαστικῆς κρίσεως, ὃπως εἶχε  τὴν ἲδια ἁρμοδιότητα ὁ «ἐπίσκοπος» καὶ Πάπας τῆς Παλαιᾶς Ρώμης γιὰ  νὰ ἐποπτεύει στὴν ἀπονομὴ τῆς «δωσιδικία» σὲ ὃλη τὴν  Ἐκκλησία τῆς  Δύσεως.

ε) Ὁ γ΄ αὐτὸς κανόνας ταυτόχρονα  θέτει καὶ τὴν «ἀρχὴ τῆς προτεραιότητος τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς» στὴν ὁποία  συνοψίζεται καὶ ὃλη ἡ ἱερὴ ἐμπειρία τῆς ἀποστολικῆς κληρονομίας περὶ τῆς ἀκριβοῦς πίστεως τῆς Έκκλησίας. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ γενεσιουργὸς αἰτία τῆς «Τάξεως τῶν Θρόνων» ποὺ ἐγκρίθηκε ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ἀφορᾶ τὴν προτεραιότητα τῶν παλαίφατων Πατριαρχείων στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν μόνην «αὐτοδιοίκητον» Ἐκκλησία τῆς Κύπρου μὲ ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τὰ μετὰ τὸν 16ον αἰώνα «Πατριαρχεῖα» δυνητικὰ καὶ ὑπὸ  προϋποθέσεις ὃρων λειτουργοῦν αὐτοδιοίκητα μέχρι τὴ συγκρότηση τῆς νέας Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κατόπιν συμφωνίας τῶν ὀρθόδοξων παλαίφατων Πατριαρχείων.  Ἡ ἀνύψωση καὶ ἐπέκταση τοῦ κύρους τοῦ Θρόνου τῆς Βασιλεύουσας μὲ τὴν ἀπονομὴ τῶν «ἲσων πρεσβείων τιμῆς» μὲ τὸν Προκαθήμενον τῆς Παλαιᾶς Ρώμης δὲν εἶναι ἀπλὴ χορηγία  δευτεροτόκιων μέσα στὰ Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ λειτουργικοὺς λόγους. Ἡ ἂμεση σύνδεσή τους μὲ τὴν σημαντικὴ ἀρχὴ τῆς «Προγενέσεως» στηρίζει ἐκ παλαιοῦ τὰ ὑφιστάμενα προνόμια του Προκαθημένου τοῦ θεσμοῦ γιὰ νὰ προστατεύει τὴν εὐαίσθητη ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν μερισμόν της γιὰ ἀλλότριους στόχους τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ  ὑπεύθυνη ἐπισήμανση κάθε κανονικῆς παρεκκλήσεως πρὸς ἱκανοποίηση ἲδιων ἐπιδιώξεων ἐπισωρεύει δεινὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ ἀποστολικὴ ἐντολὴ  «πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω» (Α΄Κορ.ιδ΄40) παρέχει τὸ δικαίωμα στὸν «Πρῶτο» τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ ἀνακαλέσει πάντα περιφρονητὴ τῶν Ἱερῶν  Κανόνων στὴν κανονικὴ Τάξη. Αὐτὸ πόρρω ἂπέχει  ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι κάποιος «παπικὸς» αὐταρχισμός.

              Ἡ ἀπόφανση τὴς Β΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ «τῶν ἲσων πρεσβείων τιμῆς» μὲ τὴ «προκαθημένη τῆς ἀγάπης» Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία ἂρχισε νὰ ἐφαρμόζεται εὐθύς ἀμέσως ἀπὸ τὸν διάδοχο τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριο (381-397),  ὁ ὁποῖος  λόγω τῆς ὁμόφωνης ἀμέσου ἐκλογῆς του εὐθὺς τιμήθηκε καὶ μὲ τὴ προεδρία τῆς Συνόδου παρουσία μάλιστα τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Τιμόθεου τοῦ Ἀκτήμονα ( 381-385). (Ράλλη καὶ Ποτλῆ. «Σύνταγμα Θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων».τ.Β΄, σ.173).

Loading