Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Αριστείδης Πανώτης εμπρός στην Θεολογική Σχολή Χάλκης. Την φωτογραφία τράβηξε το 1969 ο διερχόμενος από εκεί Αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος Αρχοντώνης και αμέσως ο άρχοντας ανταπέδωσε την ευγένειά του με φωτογράφηση του πλησίον του Πατριάρχη Αθηναγόρα και του την πρόσφερε κατά την εκλογήν του το 1991.

                 Μιά προσωπικότητα  που δεν χάνει τίποτα από την ακτινοβολία της και μετά την πεντηκοντατηρίδα από της  εκδημίας  της, αλλά όσο απομακρύνεται στην αιωνιότητα τόσο αναγνωρίζεται  η συμβολή της στην Ιστορία και μάλιστα  καλύτερα σκιαγραφούνται  οι χαρισματικές διαστάσεις της μορφής της πρέπει να κατατίθεται η μαρτυρία της ζωής τους για να  παραδειγματίζουν τις γενεές όσων  πραγματικά θέλουν να  αναδειχθούν άξιοι μνήμης  από στην Εκκλησία. Εκείνοι μάλιστα  που μαθήτευσαν παρά τους πόδας κάποιου σύγχρονου Γαμαλιήλ, έχουν υποχρέωση  να καταγράψουν  το πέρασμά του  από την εκκλησιαστική ζωή για να φρονηματίζουν πάντα τους νεοτέρους και να ασφαλίζουν το μέλλον τους από κάθε υποκόσμια απειλή .    

       Ο Αριστοκλής Σπύρου που πέρασε στην Ιστορία ως ο «Πατριάρχης Αθηναγόρας» κατάγεται από την σημαντική ηπειρωτική οικογένεια «Κοκκίνου» και  ήταν γιός του ιατρού Ματθαίοου Σπύρου και μητέρα την  Ελένη Μόκορου από την Κόνιτσα και γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου το 1886 στο σημερινό «Βασιλικό» του άνω Δήμου Πωγωνίου του νομού Ιωαννίνων. Στά  12 του χρόνια προσβάλλεται από την μόλυνση του τύφου, που εξελίσσεται μέσα στην οικογένειά του  σε τραγωδία με συνέπεια την απώλεια μητέρα του.   Η  θεοσεβή γιαγιά του Ειρήνη Μόκορου αναλαμβάνει την μητρική αγκάλη στην Κόνιτσα και μεταγγίζεται στην καρδία του Αριστοκλή ότι μητέρα των ορφανών είναι η Παναγιά και μάλλον του μεταδίδει την κλήση προς τα «ιερά πράγματα» που τότε πρόσεξε ο τοπικός μητροπολίτης  Βελλάς και Κονίτσης  Κωνσταντίνος Καρατζόπουλος 1, ο οποίος  και ανέλαβε την προστασία του και συνέστησε  το 1907 την εισοδό του Αριστοκλή στην Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης. Εκεί τα τρία τελευταία χρόνια των σπουδών του  σχολάρχευε ο Γερμανός Στρηνόπουλος (1907-1922), με τον οποίο έκτοτε  συνδεόταν στένα στην ζωή του ο Αθηναγόρας.   Στην Μονή της Αγίας Τριάδος στη νήσο Χάλκη η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως λειτουργούσε από τα μέσα του 19ου  αιώνα την Θεολογική Σχολή της μέχρι τα μέσα του 20ου  αιώνα προς ανάσχεση πάσης έξωθεν επιθετικής δοκισισοφίας και ορθόδοξη συνεκπαίδευε των μελλόντων στελεχών της από την Ελλάδα, την Σερβία, την Συρία, την Κύπρο, την Αλβανία για αναπλήρωση  των αναγκών  σε κληρικούς και θεολόγους των Ορθοδόξων  Εκκλησιών. Η Σχολή αυτή εξελίχθηκε σε έγκυρη «Πανορθόδοξη Ακαδημία» υπηρετούσα την Ορθόδοξη διακονία του Θρόνου στην Οικουμένη με διδάσκοντες ολκής ιεράρχες και λαϊκούς ακαδημαϊκούς που διέπρεψαν σε Μητροπόλεις και σε έδρες στην Ελλάδα, όπως ήταν ο Ίμβριος μητροπολίτης  Σερρών Απόστολος Χριστοδούλου και ο Χρήστος Ανδρουτσος κ.α. Ο Αριστοκλής κατέστησε εκεί την Θεολογία βίωμα της ζωής του με ισόβια αφιέρωση στη διακονία της Εκκλησίας. Το 1910 κατατάχθηκε στους αποφοίτους της  με το θέμα της διατριβής: «Περί της εκλογής πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως από του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι της Ἁλώσεως», που είναι  ενδεικτική  της ιστορικής φιλομαθείας του περί του ιεροῦ θεσμού της ευσεβείας μας και ότι δεν αποτελεί νεανική  «προσδοκία» μεγαλομανούς οιηματία.  Τον τελευταίο χρόνον των σπουδών του  δολοφονείται ο πατέρας  του προασπιζόμενος  την ελευθερία των βορειόθεν Ελλήνων και εξ αυτού καταφεύγει για την στήριξη  του στον τότε Μ. Πρωτοσύγκέλλο Αθηναγόρα Ελευθερίου, που παίρνει και το όνομά του  όταν χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Ελασσώνος Πολύκαρπο Βαρβάκη και έκτοτε δείχνει την αφιέρωσή του χωρίς ποτέ στην σταδιοδρομία του να αποβάλει το ράσο στη ζωή του, ούτε για συνέδρια στην Ευρώπη, ούτε και στην Αμερική.

                Η πρώτη  διακονία που του ανατέθηκε  ηταν  στην Μητρόπολη Πελαγονίας, που τότε εδρεύει στην πόλη του  «Μοναστηρίου» που  απέχει μόνον 26 χιλιόμετρα από την Φλώρινα. Όταν αυτή τη πόλη την περιέσφιξε το σλαβικο γένος των Σέρβων την κάλεσαν Βιτώλια. 2 Στην εκεί  Μητρόπολη  της Πελαγονίας το Φανάρι είχε τότε αποστείλει ως μητροπολίτη τον Στέφανο Δανιηλίδη και όταν αυτός σε λίγο   μετατέθηκε στην πατρίδα του τη Λήμνο, τον διαδέχθηκε ο Χρυσόστομος Καβουρίδης ο οποίος προήγαγε ως θεολόγο τον Αθηναγόρα  σε αρχιδιάκονον και του ανέθεσε  τα καθήκοντα της γραμματείας της Μητροπόλεως και τότε έμαθε την δακτυλογραφία με «γραφομηχανή» και ανέθεσε τις δημόσιες σχέσεις με τις πολυπληθείς βαλκανικές εθνότητες της περιοχής και του ανετέθηκαν και τα καθήκοντα  του καθηγητή των θρησκευτικών  στην  «Ελληνική  Αστική Σχολή» και ακόμη υπό του Ελληνικού Προξενείου του επόπτης όλων των ελληνικών σχολείων της Βόρειας Μακεδονίας.  Παράλληλα με την εκκλησιαστική και εθνική προσφορά του εκεί τελειοποίησε με Γάλλο Λαζαριστή μοναχό την γαλλική  γλωσσομάθειά του.  Η διακονία του εκεί επί επταετία του άφησε  πολύτιμη εμπειριά μέχρι που μια  ομάδα  Γάλλων αξιωματικόν διαπίστωσε το βασιλόφρων φρόνημα του   μητροπολίτη Χρυσόστομου και το γνωστοποίησε στην φίλης των «Συμμάχων»  κυβέρνηση της «Εθνικής Αμήνης» και όταν  μετέβη ο μητροπολίτης με τον αρχιδιάκονό του στην Θεσσαλονίκη  συνελήφθηκαν  και φυλακίστηκαν αμφότεροι και τελικά  εκτοπίστηκαν στο Άγιον Όρος.

  Εκεί ο Αθηναγόρας με οδηγόν τον ιερομόναχο Παύλο τον Λαυριώτη επισκέπτεται μονές και κελλιά και όντας  αφάνταστα φιλομαθής συναντάται με θεοφώτιστους Αγιορείτες Πατέρες  της εκεί  πολυεθνικής ορθοδόξου κοινωνίας και εξ αυτού παραμένει θαυμαστής της αγίας ζωής των αφιερωμένων στο ιδεώδες της «Ιεράς Ησυχίας». Όμως την Αγιορειτική   μαθητεία του διέκοψε ένα μήνυμα από τον παλαιόν ομογάλακτό του στη Χάλκη που ήταν από την Ἰμβρο τον  Παναγιώτη Δημητριάδη ότι  ο νέος μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης ζητούσε για προσωπικό γραμματέα του γλωσσομαθή  Θεολόγον κληρικό,  γνώστη της «γραφομηχανής» και ο Πάνος που συνδεόταν μαζί του πρότεινε ως έμπειρον τον αρχιδιάκονο Αθηναγόρα. Έτσι ο  Μελέτιος τον προσκάλεσε στο «Κλεινόν Άστυ» και επί μία διετία αυτός μαθητεύει  πλησίον του πολυειδήμονα Κρήτα ιεράρχη, την αξία του οποίου είχε ήδη επισημάνει  η Ελληνική Κυβέρνηση σε δύο τότε κρίσιμα εκκλησιαστικά και εθνικά προβλήματα, όπως στην διευθέτηση της ενδοκυπριακής έριδας για την αρχιεπισκοπία της  Λευκωσίας στην Κύπρο και στην επίλυση του Αγιορειτικού ζητήματος, που τότε απειλείτο από τον Ρωσικό Τσαρισμό με πλήρη «Διεθνοποίηση»! Ο Αριστοκλής  όταν μαθήτευε στην Χάλκη είχε εντρυφήση  στο ανακαινιστικό φρόνημα του πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ και τώρα είχε την ευκαιρία   να ζήσει κοντά σε προσωπικότητα δοκιμασμένη στον εκκλησιαστικό στίβο στα Ιεροσόλυμα, στη Δαμασκό, στην Αλεξάνδρεια, στη Κύπρο και στον Άθωνα και κοντά στον πολυτάλαντο Μελέτιο συνετελέστηκε η  «εκκλησιαστική του ωρίμανση»και εξ επιρροής του άρχισε την μαθήτευση στην αγγλική γλώσσα.  Στην Αθήνα ο αρχιδιάκονος λειτουργούσε στην ενορία της Αγίας Αικατερίνης της Πλάκας κοντά στον ρέκτη παπα-Μάρκο Τσακτάνη και σχετίστηκε με τους κύκλους των ευσεβών  οικογενειών που συνεργαζόταν  όπως π.χ. ήταν η οικογένεια  Ζολώτα και  με τον π. Άγγελο Νησιώτη και τον π. Ευσέβιο Ματθόπουλου  και στον Πειραιά με τον  π. Γεώργιο Μακρή κ.ά. Πάντα κρατούσε τις ισορροπίες στις μεγάλες τότε πολιτικές αντιθέσεις  και κατα οδυνηρά συμβάντα μετά τις Νοεμβριανές εκλογές του 1920 αυτό εκτιμήθηκε και από τον επανελθόντα στην Μητρόπολη Αθηνών Θεόκλητον Μηνόπουλο και παρά την εχθρότητα των βασιλόφρονων κληρικών κράτησε τον Αθηναγόρα στην διοίκηση της Μητροπόλεως Αθηνών μέχρι που συντελέστηκε η Μικρασιατική Καταστροφή !

        Για να συνδράμει ο Κλήρος των Αθηνών  τις συνέπειες της «Εξόδου» στην Παλαιά Ελλάδα των Μικρασιατών Ελλήνων συνεστήθη η  «Παγκληρική Ένωση», με Πρόεδρο τον αρχιμ. Δαμασκηνό Παπανδρέου και Γενικό Γραμματέα τον αρχιδιάκονον Αθηναγόρα Σπύρου που συνεργάστηκε με την προελθούσα από την Επανάσταση ελληνική κυβέρνηση που ζήτησε τότε την κανονική παρέμβαση του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου Δ΄, προς αποκατάσταση της τρωθείσης στην Ελλάδα  από τον «Εθνικόν Διχασμόν» κανονικής εκκλησιαστικής Τάξεως από τους αντικανονικά διοικούντες την τοπική Εκκλησία αρχιερείς.   Μετά από αιτηθείσα άδεια από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, που αποτελεί το θεσμικόν κέντρον της εν Ελλάδι Εκκλησίας  :«ήρθη το αξιοκατάκριτο και αντικανονικόν της παρεμβάσεως της κοσμικής εξουσίας  στα της Εκκλησίας» (νόμος Σ΄ και Σα΄ του 1852 βλέπε Α.Π. «Συνοδικόν» τ. Β΄ σσ. 99-119) και ανέλαβε «κατ’ Οικονομίαν»  η Κυβέρνηση της Επαναστάσεως του 1922, είτε η πρώτη υπό τον Σωτήριο Κροκιδά,  είτε  η διάδοχος κυβέρνηση υπό τον συνταγματάρχη Στυλιανό Γονατά  την ευθύνη  της πληρώσεως με ιεράρχες  των εν Ελλάδι χηρευουσών οκτώ Μητροπόλεων τον Δεκέμβριον του 1922 και εξ αυτού καταστάθηκε μητροπολίτης Κερκύρας ο Ἠπειρώτης Αθηναγόρας Σπύρου. 3 

 Σε πολύ δύσκολη ιστορική στιγμή έφθασε στην Κέρκυρα ο νέος Μητροπολίτης.  Η πρώτη παρουσία του  στην Κέρκυρα ήταν μια έκφραση δυναμικής και ασυνήθιστης  ποιμαντορίας εκφράζουσα στο νησί εκείνα που  έμαθε κατά τη θητεία του στο Μοναστήρι και την παραμονή του στην Αθήνα κοντά στον Μελέτιο.  Εκεί διδάχθηκε πόσο ανακαινισμένη πρέπει να είναι η μαρτυρία της Εκκλησίας  μετά  τα οδυνηρά συμβάντα της τραγικής συρρικνώσεως του Γένους  κατά  την μεταπολεμική εποχή.  Συγκεντρώνει  το ενδιαφέρον του  να φέρει την νεολαία κοντά στον Χριστό και για να πληροφορήσει  το έργο της Εκκλησίας στον λαό του Θεού. Και όπως ο   ο Μελέτιος στην Κύπρο συνέστησε τον «Ἐκκλησιαστικό Κήρυκα» καὶ στην Αθήνα το 1919  την  «Διδαχὴν» (1919) 4 ἐτσι και  ο Κερκύρας Αθηναγόρας συνέστησε το περιοδικό «΄Αγιος Σπυρίδωνας» όχι μόνον για να  μαθαίνεται  η θρησκευτική ζωή  της Κερκυραϊκής κοινωνίας ,  αλλά και να στηρίζονται  τα πρέποντα στην τοπική Εκκλησία, όπως ήταν η επιστροφή του σεπτού λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος που ήταν τότε ιδιοκτησία παλαιάς οικογένειας της Κέρκυρας. Στο πρόσωπο του Αθηναγόρα βρήκε ο Αθηνών Χρυσόστομος  και τον γλωσσομαθή ιεράρχη που ήταν ἀξιος να αντιπροσωπεύσει την Εκκλησία της Ελλάδος σε διεθνη συνέδρια, όπως ήταν το 1925 το συνέδριο της «Χ.Α.Ν.» στο Ελσίνσκυ της Φιλλανδίας, όπου  συνάντησε και τον άλλοτε Σχολάρχη του τότε μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανό Στρινόπουλο, ο οποίος  τον συνέδεσε με τους κύκλους των πρώτων «Ευρωπαίων Οικουμενιστών».    

      Τα τραγικά πολιτειακά συμβαίνοντα από το 1917 στην Ρωσία ανάβασαν σε ύψη την αθεϊστική επιθετικότητα στη Θρησκεία και κατ’ επέκταση στην Ορθδοξη εκεί αυτοκρατορική Εκκλησία.   Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Φώτιος Β΄ για να αποδείξει την ζωτικότητα και την ενότητα της Ορθοδοξίας  και  συγκαλεί την από μακρού προσδοκόμενη διορθόδοξη σύναξη για να συνταχθεί ο «Κατάλογος των προς συζήτηση εκκλησιαστικών θεμάτων» στην μέλλουσα να συνέλθει «Διορθόδοξη Προσύνοδο». Η Διάσκεψη αυτή γίνεται στην Αθωνίτικη Μονή Βατοπαιδίου προκειμένου να επανατονιστεί η Πανορθόδοξη ενότητα των Ορθοδόξων που παραστέκει σε κάθε δοκιμαζόμενο λαό. Ο μητροπολίτης Αθηναγόρας εκπροσωπεί την εν Ελλάδι Έκκλησία  και ο ομογάλακτός του ιεράρχης Τιμοκίου Αιμιλιανός την Εκκλησία της Σερβίας καθὠς  και ο άγιος μητροπολίτης Αχρίδος Νικόλαος Βελιμίροβιτς και  ο εν Αθήναις Αποκρισιάριος του Πατριάρχου Φωτίου Β΄ μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος Φιλιππίδης και κατά τον Μέγα Αθανάσο «ούς η χάρις συνήψεν, ου διέστησε ο τόπος». Τότε ο Χρύσανθος γνωρίζει από κοντά τον ένθερμο ιεραποστολικό ζήλο και το οργανωτικό σθένος του πρός καταλλαγή του «αλληλοσπαρασόμενου» απόδημου Ελληνισμού  της Αμερικής. Το Φανάρι από τον Τύπο  γνωρίζει  τα εκ του διωγμού της Εκκλησίας στη Ρωσία προερχόμενα  κύματα των ορθοδόξων μεταναστών που κατέπλεαν στην Νέα Υόρκη και αυτοί προστέθηκαν  στους  «τσαρικούς» ορθόδοξους  πού πολιτεύονται εκεί συνιστώντες αυτοδιοίκητες τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες στις Η.Π.Α. από σλαβογενείς και αραβόφωνους Ορθοδόξους χριστιανούς.  Στις συζητήσεις   μεταξύ Χρυσάνθου και Αθηναγόρα διαπίστωσε η σοβαρότητα της εκεί κακοδαιμονίας που μεταφυτεύθηκε από  «Εθνικό Διχασμὀ» καθώςκαιη έλλειψη διορθοδόξου κοινωνίας από μη γνωρίζοντες  την πάγια τάση της Μόσχας από τον 18ον  αιώνα  να εκρωσίσει όλα τα ορθόδοξα έθνη   που  περιλαμβάνει η επικράτειά της κατά  την αίρεση του «Εθνοφυλετισμού». Στην Διάσκεψη του Βατοπαιδίου ο  Τραπεζούντος  Χρύσανθος εκτίμησε δεόντως την συγκρότηση του Αθηναγόρα  τόσον εκ της   επταετούς  θητεία του στο πολυεθνικό ορθόδοξο λαό  του Μοναστηρίου, όσον και την επίσης επταετή ποιμαντική επιτυχία του  στην Κέρκυρα , καθώς και την δίχρονη διοικητική του πείρα στην Αθήνα και εισηγήθηκε  τις προτάσεις του στην κρίση του πατριάρχου Φωτίου Β΄ και της Ιεράς Συνόδου του και συνοδικά αποφασίστηκε η πλήρης αλλαγή της καταστάσεως στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής χάρη του μέλλοντος της ομογένειας στον Νέο Κόσμο της Αμερικής.  Έτσι τέθηκε στην  διαθεσιμότητα της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ο Αμερικής  Αλέξανδρος Δήμογλου και οι δύο  βοηθοί του επίσκοποι, ο Ιωακείμ Αλεξόπουλος και ο Φιλάρετος Ιωαννίδης προκειμένου  να αξιοποιηθούν  σε  Μητροπόλεις της ελλαδικής επικράτειας.5

           Στις 12 Αυγούστου του 1930: «Οι αποτελούντες Αρχιερείς την  Ιερά Σύνοδο, μετά την γενομένην συνοδικώς πρόταση τριών υποψηφίων των μάλλον κατάλληλων εις τούτο, ήτοι τον πανιερώτατον Μητροπολίτην Κερκύρας και Παξων  κ.  Αθηναγόραν, Σερρών κ. Κωνσταντίνον και Σάμου κ. Ειρηναίον, κατελθόντες εν τω πανσέπτω Πατριαρχικώ ναώ του Αγίου Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, προτροπή και αδεία του Παναγιωτάτου και σεβασμιωτάτου ημών Αυθέντου και Δεσπότου, του Οικουμενικού Πατριάρχου, κ.κ. Φωτίου , και ψήφους  κανονικάς  προβαλόμενοιτη επικλήσει του Παναγίου Πνεύματος, εἰς εκλογήν και ανάδειξιν του αξίου εκ των τεθέντων  τριών υποψηφίας προσώπου , προεκρίναμεν τον πανιερώτατον Μητρτοπολίτην Κερκύρας και Παξών κ. Αθηναγόραν,  Εφ’ω και εις διηνεκή ένδειξιν και μόνιμον παράστασιν  κατεστρώθη τα ονόματα αυτών εν τω κώδικι της Αγίας του Χριστού  Μεγάλης Εκκλησίας. Εν τη σωτηρίω (α@λ΄) 1930 κατά μήνα Αύγουστον (ιβ), Επινεμήσεως ΙΓ΄:  + ο Κυζίκου Καλλίνικος,+ ο Νικαίας Βενιαμίν, + ο Χαλκηδόνος Αγαθάγγελος, + ο ΔέρκωνΑμβρόσιος, +  ο Προύσης Νικόδημος, + ο Ηλιουπόλεως Γεννάδιος, + ο Ιμβρου και Τενέδου Ιάκωβος, + ο Θεοδωρουπόλεως Λεόντιος  + ο Χριστουπόλεως   Μελέτιος, + ο Μύρων Πολύκαρπος και  + ο Λαοδικείας Δωρόθεος.»            

Κώδικας Α΄β΄2, σελ 110 της 12 Αυγούστου 1930

                      

                           Η ανάθεση της Αρχιεπισκοπής Αμερικής στον από Κερκύρας Αθηναγόρα ο οποίος είχε τα εχέγγυα διαποιμάνσεως  των σκορπισμένων Ελληνορθόδοξων μεταναστών κατά τις ορθόδοξες παραδόσεις στις τότε 50 «Ηνωμένες Πολιτείες» της Βόρειας Αμερικής    προϋποθέτει  πολλά άνωθεν χαρίσματα και μεγάλη αγωνιστική αντοχή για να αποδώσουν. Το άπλωμα αυτό της  σαγήνης στο τρίτο σε μέγεθος κράτος της γης, από τον Ατλαντικό μέχρι τον Ερηνικό Ωκεανό και από τον Καναδά μέχρι την Αργεντινή ήταν αποστολικός άθλος για να συνενώσει την διασπορά των  ελληνορθόδοξων   μεταναστών ώστε να μην  αλλοτριωθούν στην αχανή  χώρα από τους εραστές της ανεξιθρησκείαςπου να τους  αφομοιωθούν σε διάφορες θρησκευτικές δοξασίες και χριστιανικούς κλάδους. Ο Αμερικής Αθηναγόρας στήριξε  με την απέρριτη  ζωή και έντιμη πολιτείας του την επιτυχία της διακονίας του κατά την δεκαοκταετή (18) διακονία του στις Η.Π.Α. και τον Καναδά.  Η σεπτή κορυφή της ευσεβείας μας ο άγιος Πατριάρχης Φώτιος Β΄  και οι τότε  επιφανείς συνοδικοί ιεράρχες του Θρόνου δώρησαν στην ομογένεια την ενότητα για να  διαιωνίζεται και τα μέλη της να ανέρχονται σε ύπατα  αξιώματα ώστε  να μεγαλύνεται το ιστορικό και ευσεβές Γένος μας.   

              Μετά την εκλογή του ο Αθηναγόρας παραμένει επί εξάμηνο στην Αθήνα μέχρι να ολοκληρωθεί στις 6 Νοεμβρίου 1930 η εκλογή υπό της Ιεράς Συνόδου των Αθηνών των από τις Η.Π.Α. ιεραρχών, στην Κερκύρα του Αλέξανδρου Δήμογλου, του Ιωακείμ Αλεξόπουλου στην  Φωκίδα και του Φιλάρετου Ιωαννίδη στη Σύρο. Κατά τον αποχαιρετισμό από  την Μητρόπολη Κερκύρας του Αθηναγόρα συνέβησαν συγκινητικές  εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης του Κερκυραϊκού κλήρου και του λαού για το συντελεσθέν εκεί επί επταετία μεγάλο ποιμαντικό έργο του και επί χρόνια οι Κερκυραίοι τον ενθυμούντο με εόρτια γράμματα στις γιορτές. Τον Οκτώβριο επέστρεψε  στην Αθήνα  προκειμένου να προετοιμάσει την μετάβαση του στην νέα εκκλησιαστική επαρχία του και επεσκέφθηκε τον πρεσβευτή των Η.Π.Α. και την έδρα της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής και την Γεννάδειο Βιβλιοθήκη,  καθώς και το Αμερικανικό Κολλέγιο και τις εν Αθήναις Αντιπροσωπείες των ελληνοαμερικανικών οργανώσεων, όπως ήταν π.χ. η ΑΧΕΠΑ. Επίσης είχε συναντήσεις και συσκέψεις σε Υπουργεία για το «Μεταναστευτικό πρόβλημα» των Ελληνορθοδόξων προς τις Ηνωμένες  Πολιτείες  προς στήριξη  των πολυμελών οικογενειών τους στην πατρίδα κ.ά.  

          Τα περιγραφόμενα γεγονότα απέδειξαν ότι: «Πολλοί είναι οι κλητοί της Ιστορίας, όμως ελάχιστοι παραμένουν  οι εκλεκτοί» (Ματθ. κβ΄14) των οποίων η μνήμη  παραμένει ζωντανή και μετά  μισό  αιώνα από την εκδημία τους , όπως είναι η μνήμη του Αμερικής Αθηναγόρα Σπύρου -Α.Π.

Ο Αμερικής Αθηγαγόρας κατά την επίσκεψή του τον Οκτώβριο του 1930 στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκης συνοδευόμενος από τον Λαυριώτη π. Παύλο.

  1. Πρόκειται για τον από  Δέρκων Πατριάρχη που το 1925  εκθρόνισαν οι Τούρκοι

  μετὰ πατριαρχία 45 ημερών στην Ελλάδα.

  • Η πόλη αυτή είναι αρχαιότατη όπως απέδειξαν οι γενόμενες εκεί ανασκαφές. Η ελληνικότητά της  βεβαιώθηκε στα μέσα του 4ου  αιώνα όταν την ανακαίνισε ο Μακεδόνας Φίλιππος Β΄ και την κάλεσε «Ηράκλεια η Λυγκηοτική»που έγινε ρωμαϊκή το 168 π.Χ.και στις νεότερες εποχές χάρη στην της ευμάρειά της καταστάθηκε  πόλη συνυπάρξεως βαλκανικών λαών εριζόντων για την κατάκτησή της.
  •   Αρ. Πανώτη. «Συνοδικόν» τ. Γ΄τεύχος Α΄. σελ. 61-66 επί των τότε διεξαχθέντων οκτώ εκλογών και χειροτονιών ιεραρχών τον Δεκεμβριον του 1922, ακόμη δε και  τα δύο πρόσφατα  άρθρα μου α)  «Η προστασία του Κερκυραϊκού λαού απο τον ιταλικό Στόλο» και β) «Η προώθηση των Καππαδοκών προσφύγων στην Κόνιτσα» στον ημέτερον ιστότοπον : Αριστείδης Πανώτης @ gr.
  • Εκεί δημοσίευσε  το  «Σχέδιον νόμου περὶ διοικήσεως τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας» («Διδαχή». Ἃ΄ [1919], σ. 347-400, που καταργούσε τον νόμο του 1852 που υποδούλωνε την «Αυτοκέφαλη» διοίκηση στο κράτος , ὀπως στην Τσαρική Ρωσία από το 1720 και δυστυχώς η κυβέρνηση Βενιζέλου δεν αφήρμοσε με συνέπεια την κακοδαιμονία  των εκκλησιαστικών ζητημάτων εν Ελλάδι.  
  • Παράλληλα τότε και η κυβερνήση των Αθηνών προσπαθούσε να ειρηνεύσει τα εκεί «διεστώτα»

      των αποδήμων  με αποστολή στην Αμερική του άλλοτε προέδρου της «Παγκληρικής Ενώσεως»

       μητροπολίτη Κορίνθου Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος όμως για τους λόγους του

       ενδιαφερόταν για την «προεδρική» Μητρόπολη Αθηνών και την γενικήν εκτίμηση που