Για την πεντηκονταετία από της εκδημίας του μακαριστού Πατριάρχη Αθηναγόρου (1972-2022)

Η τότε πενταμελής Ιερά  Σύνοδος  της Εκκλησίας της Ελλάδος απέστειλε  την 16η  Ιανουαρίου 1923 Εγκύκλιο προς τον  κλήρο και τον λαό της Μητροπόλεως Κέρκυρας και τους γνωστοποίησε ότι με τον  νόμο Σα΄ του 1852 εξελέγη στην χηρεύουσα Μητρόπολη Κερκύρας νέος νόμιμος ποιμενάρχης ο «οσιώτατος» Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Σπύρου. Αυτό ήταν μεν ευπρόσδεκτο στους ορθοδόξους πιστούς, λόγω της τριετούς χηρείας της Μητροπόλεως τους. Όμως για τους  βασιλόφρονες της Κέρκυρας ο Αθηναγόρας ήταν πρόσωπο ανεπιθύμητο γιατί διοριζόταν από την «Επαναστατική Κυβέρνηση» που είχε δικάσει τον «βασιλικό» κομματάρχη του νησιού Νικόλαο Θεοτόκη ως συνυπεύθυνο στην Κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη για την «Μικρασιατική  Καταστροφή» και τον είχε εκτελέσει δια τουφεκισμού ως προδότη η «Επαναστατική Κυβέρνηση» στις 15 Νοεμβρίου 1922 μαζί με «τους έξη» άλλους βασιλόφρονες πολιτικούς στο Γουδί. Εξ αυτού ο πολιτικός διχασμός στην Κερκυραϊκή κοινωνία ήταν  βαθύτατος και η εμφάνιση ως πνευματικού πατέρα ενός «Πλαστηρογενούς» ιεράρχη εθεωρείτο καθαρή πρόκληση των δημοκρατικών επαναστατών. Ο νεοεκλεγής μητροπολίτης Αθηναγόρας εγνώρισε σε ποία «κάμινον πυρός» κομματικής αντιπαραθέσεως ερρίπτετο και όταν κατέφθασε στην νήσο τον Φεβρουάριο του 1923 απέφυγε κάθε δημόσια υποδοχή για να μην προκληθεί καμμιά πολιτική έξαψη  και αμέσως μετέβη για την ιεροτελεστία της ενθρονίσεως  στον Μητροπολιτικό ναό του παρουσία του κλήρου και των Αρχών  της νήσου. Οι Κερκυραίοι είχαν πληροφορηθεί από τον Τύπο τα της ιερατικής διαδρομής του Αθηναγόρα του Ηπειρώτη αρχιερέα τόσον στην άνω Μακεδονία όσον και στην Αθήνα και ότι επιμελώς ήταν μακρά των κομματικών αντιδικιών στα της Εκκλησίας γι’ αυτό  και η όλη τελετή της ενθρονίσεως διεξήχθη με ιεροπρέπεια και κατάνυξη και το επιβλητικό του παράστημα και η παραδοσιακή του εμφάνιση καθήλωσε τους προσελθόντες ενώ ο ενθρονιστήριος λόγος του έδειξε  μια καρδία γεμάτη από αγάπη Χριστού και βαθύτατο  εκκλησιαστικό φρόνημα. Στο τέλος σεμνά και ταπεινά σαν παλαιός γνώριμος τους δέχθηκε στον παράλιο «Δεσποτικό» του οίκο του τους κληρικούς και λαϊκούς  και μεταξύ αυτών και τον λατίνο αρχιεπίσκοπο Κερκύρας  Λεονάρδο Πρίντεζη  (1919-1940) με τον οποίο επί επταετία μετά συνδέθηκε μέσα στο πνεύμα ειρηνεύσεως των σχέσεων μεταξύ των Εκκλησιών της Ρώμης και μετ’ εκείνης  των Αρμενίων που από το 1878 το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέτρεπε την μετάδοση της Θ. Κοινωνίας «κατ’ οικονομίαν» όταν δεν υπήρχε λειτουργός Αρμένιος ιερέας, όπως στους εμπερίστατους πρόσφυγες.

              Από την αρχή της διακονίας του οργάνωσε μοναστηριακά τον οίκο του με κοινοβιακή τράπεζα  και τα γραφεία της Μητροπόλεώς του λειτουργούσαν  σαν ανοικτή πνευματική κυψέλη για κληρικούς και λαϊκούς. Ως αρχιδιάκονος της  Μητροπόλεως Πελαγονίας απέκτησε μεγάλη εκκλησιαστική πείρα μέσα στην πολυφυλετική σύνθεση της εκεί κοινωνίας, ως φέρελπις νέος κληρικός με σωματική λεβεντιά, και  με πολλά πνευματικά χαρίσματα, όπως ήταν η προσήνεια και η ευπροσηγορία που αιχμαλώτιζε  με το έντονο και μεγαλοφυές βλέμμα του  ως καθηγητής των «ιερών» στο Παρθεναγωγείο «Μοναστηρίου» στην Άνω Μακεδονία.  Λόγω της πολυφυλετικής συνθέσεως της πόλεως είχαν εγκατασταθεί τότε στο «Μοναστήρι» τα σέρβικα «Βιτώλια» και πολλοί Σέρβοι με επίσκοπό τους τον ομόφυλό τους  τον Γκλαβείστης και μετά Δίβρης Βαρνάβα ως εγγράφοντας ιεροκρυφίως υποθήκη για την εκεί πατριαρχική Μητρόπολη Μελαγονίας για το Σλαβικό γένος.  διεκδικώντας την επέκταση της δικαιοδοσίας του ακόμη και τις «Πρέσπες» της Δυτικής Μακεδονίας , προς πρόσβαση προς στις «Νέες Χώρες», τις οποίες πρώτοι αυτοί κατονόμασαν ως χώρον φυλετικής γλωσσικής επεκτάσεως  δια πάσαν μελλοντικήν ευκαιρίαν, που δεν άργησε να έλθει με τον Α΄ Παγκόμιο Πόλεμο!

             Για τον τερματισμό της Ελληνοτουρκικής συρράξεως του 1922 ξεκίνησε στις αρχές Δεκεμβρίου με την συμμετοχή αντιπροσωπων όλων των εμπλακέντων στην σύρραξη κρατών η ειρηνευτική «Διάσκεψη της Λωζάννη», ενώ ακόμη ήταν ανοικτές οι πολλές πληγές της προσφυγιάς από για την  Μικρασιατική Καταστροφή. Τότε οι ημέρες συνέπιπταν με τις χειροτονίες σε πρεσβύτερο και επίσκοπο του εκλεγέντος νέου μητροπολίτη Κερκύρας Αθηναγόρα Σπύρου και το πρώτο ζήτημα που συζητείτο τότε στην Λωζάννη ήταν για το μέλλον του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Τουρκία. Απ’ αρχής η αντιπροσωπεία της  Άγκυρας προσπάθησε να εμπλέξει την απομάκρυνση  της Έδρας της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως με την «Ανταλλαγή των πληθυσμών» που ιδρύθηκε εκεί  πριν 15 αιώνες, δεδομένου ότι το οθωμανικό μπειλίκι συνέστησε κράτος στην  Μικρά Ασία μόνον από τα τέλη του 13ου αιώνα! Τα ανιστόρητα επιχειρήματα των Κεμαλικών ήταν και σαθρά και εμπαθέστατα  και αμέσως ανατράπηκαν με  ατράνταχτα επιχειρήματα από τους Έλληνες και τις παριστάμενες αντιπροσωπείες των μετεχόντων κρατών και συμφώνησαν «ομοθυμαδόν» στο «αμετακίνητό του Πατριαρχείου από το Φανάρι»,  όπως και η Αγία Έδρα της «Πρεσβυτέρας» Ρώμης παραμένει στο Βατικανό της Ιταλίας. Η Άγκυρα τότε διέκοψε την παρουσία της στις εργασίες της Διασκέψεως μήπως πετύχει κέρδη με μυστικές παρασκηνιακές συναλλαγές μέχρι που το Θέρος αγανάκτησε ο πρόεδρος της Διασκέψεως  λόρδος Γκόρντον απείλησε επανάληψη των εχθροπραξιών, ενώ οι δυνάμεις του Κεμάλ συνεπλέκοντο  στον νότο  με την Επανάσταση των Κούρδων. Τότε η πανίσχυρη και ετοιμοπόλεμη διετηρείτο  η ελληνική «Στρατιά του Έβρου» έτοιμη να καταλάβει την ανατολική Θράκη και την Πόλη και  ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε εντολή στον Ισμέτ πασά αμέσως να υπογράψει την «Συνθήκη της Λωζάννης» στις 24 Ιουλίου 1923. 1 

            Η παρουσία του Αθηναγόρα στην Κέρκυρα ήταν  απ’ αρχής ευεργετική για τον Κερκυραϊκό λαό, τόσον διότι φρόντισε με στην σύσταση Ιερατική Σχολή υπό την διεύθυνση του Αρχιμανδρίτη Παρθενίου Πολάκη για την καλύτερη μόρφωση και ευημερία του Κλήρου,  όσον και για την θεραπεία ποιμαντικών και κοινωνικών προβλημάτων στις λαϊκές τάξεις.  Εκείνο που περισσότερο στην αρχή εξέπληξε ήταν  προσεγγίσεις του για τους θρησκευόμενους ετερόθρησκους, όπως ήταν το Εβραϊκό στοιχείο και οι ετεροδόξοι  Ρωμαιοκαθολικοί υπόλοιπο της μακράς σχέσεως της νήσου  με την «γαληνοτάτη Βενετία». Ο νέος μητροπολίτης αιφνιδίασε πρώτους τους «Ρωμανιώτες», όπως ελέγοντο οι Εβραίους της Κέρκυρας. Πήγαινε τα Σάββατα όταν δεν είχαν ραβίνο στην ακολουθία τους και τους ανέπτυσσε θέμα από την «Τορά» της Παλαιάς Διαθήκης από την ελληνική μετάφραση της «Πεντατεύχου» των Ο΄ και οι συγκεντρωμένοι στη Συναγωγή ήταν  κατενθουσιασμένοι όπως στα αρχαία χρόνια από τους Αποστόλους! Κάποτε μερικοί αντιφρονούντες στην «σαγήνη»  αυτή θέλησαν να ταράξουν τις καλές σχέσεις στην χριστιανών και το εβραϊκό στοιχείο στην Κέρκυρα και βρήκαν αφορμή τις ημέρες του Πάσχα από  ένα επεισόδιο που συνέβη από ζωηρό Χριστιανόπουλο.

Αυτό χωρίς την συγκατάθεση των γονέων τους εξαφανίστηκε  και τότε οι κακοθελητές κυκλοφόρησαν το παλαιό παραμύθι ότι το έκλεψαν οι Εβραίοι για το Πάσχα τους με το αίμα του να «κοινωνήσουν».  Αυτός ο  κακός λογισμός χρησιμοποιήθηκε και στα αρχαία χρόνια  κατά των Χριστιανών και από τους ειδωλολάτρες όταν άκουγαν ότι οι χριστιανοί πίνουν «αίμα Χριστού».  Αυτό το ανατριχιαστικό παραμύθι διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και οι Εβραίοι φοβούμενοι τα έκτροπα κλείστηκαν στη συνοικία τους στα σπίτια τους!  Τότε ο Αθηναγόρας  συνοδευόμενος από τον διοικητή Αστυνομίας Πόλεως της Κέρκυρας  επήγε στο  μέσο της συνοικίας  των Εβραίων και  με τη στεντόρεια φωνή του είπε: «Μη φοβείστε τίποτα απ’ αυτά που διαδίδονται,  είναι  όλα γελοία και ψέματα και πάντα είμεθα κοντά Σας»! Και πραγματικά το χριστιανόπολο είχε πάει κρυφά στους παππούδες του σε χωριό της Κέρκυρας γιατί οι γονείς τους τον ήθελαν τις ημέρες εκείνες κοντά τους και έτσι έληξε αυτή η ταραχή στην κερκυραϊκή κοινωνία!

        Οι Κερκυραίοι  είχαν εκ παραδόσεως μεγάλο ενδιαφέρον για την Μουσική αφού έχει μουσικότητα και καλλιτεχνική έκφραση και η πνοή της γλώσσας τους από την εποχή του Ομήρου που μας το αφηγείται για τον τυφλό κιθαρωδό Δημόδοκο, που στην αυλή του βασιλιά Αλκίνοου έκανε τον Οδυσσέα να δακρύσει με το τραγούδι του. Η Κέρκυρα έχει διανύσει έναν πολύ μακρύ μουσικό δρόμο για το μεγαλύτερο μέρος του οποίου πολύ λίγα πράγματα γνωρίζουμε. Οι διάφοροι  βάρδοι τραγουδούσαν τα κατορθώματα των μυθικών ηρώων στα παλάτια των εστεμμένων, μέχρι τον 15ον αιώνα. Η νήσος των Φαιάκων στις αρχές του 16ου αιώνα ήρθε σε επαφή με την ανάπτυξη της κοσμικής μουσικής στην Ευρώπη και μάλιστα με το είδος εκείνων που  χαρακτηρίζονται από την εύθυμη διάθεσή τους ένα μουσικό είδος «ρυθμικό», “ελαφρύ” και γρήγορο, το οποίο παιζόταν κυρίως από χάλκινα πνευστά. Έτσι η Κέρκυρα τον 20ον αιώνα ήταν η μουσική μας Ευρώπη. Οι Κερκυραίοι δυτικοποιήθηκαν από τον  ευρωπαϊκό αέρα και είχαν τρόπους εξευγενισμένης συμπεριφοράς εξ αυτού το παλιό της δημώδες όνομα ήταν «Κορφώ», δηλαδή ή «Κορυφαία»των Επτανήσων, λόγω της γειτνιάσεως της με την «Μεγάλη Ελλάδα» της Ιταλίας. Η Κερκυραϊκή αγαπούσαν τόσον τις κλασσικές  συμφωνίες των μεγάλων Ευρωπαίων μουσουργών,  όσον και  για τις τρέχουσες μουσικές επιτυχίες των ευρωπαϊκών λαών. 

Η έμφυτη αυτή έφεσή τους στη μουσική έχει  συνδέσει και πολλούς    ορθόδοξους Κερκυραίους  με  τις εκτελέσεις της ιεράς λειτουργικής μουσικής από την  χορωδία  Καθεδρικού ναού των Καθολικών με την συνοδεία του μεγάλου εκκλησιαστικού Οργάνου.  Κυρίως όταν χορωδιακά έψαλλαν το «Te Deum», αντίστοιχο με την Δοξολογία μας ή τον ύμνον της Δευτέρας Παρουσίας «dies irae» και  στο τέλος το «αιωνία η μνήμη» το «memoria in aeterna» αφού εκεί συνηθίζοντο και εκτελέσεις έργων της ιερής λατινικής παραδόσεως δυτικών μουσουργών, τα οποία και συγκλόνιζαν ακόμη και τους Ορθοδόξους Κερκυραίους ακροατές τους. Εξ άλλο είδη και οι Ορθόδοξες ελληνικές Παροικίες της Ευρώπης είχαν εισάγει την πολυφωνική ψαλμωδία και της  τσαρικής αυτοκρατορικής Εκκλησίας. Όμως η παραδοσιακή βυζαντινή μονοφωνία  κρατούσαν την «Οκτώηχη» παραλλαγή της μόνον οι Ιερές Μονές στη Ρωσία.  Για να συγκεραστεί η ψαλτική  βυζαντινή παράδοση της Ανατολής με το μουσικό ύφος της πολυφωνίας ο Αθηναγόρας εισήγαγε στον προσκυνηματικό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα της πόλεως της Κερκύρας την διακριτική συνοδεία του μικρού αρμόνιου, ώστε η τελούμενη εκεί Θεία Λειτουργία να υποστηρίζεται από το ισοκράτημα, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη γινόταν πολύς λόγος για την σπουδαία «προσπάθεια» του μουσικολόγου Κωνσταντίνου Ψάχου για το «Παναρμόνιο». που  τελείωσε το 1924.2 

           Οι Αγγλογάλλοι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δυστυχώς ενδιαφέρθηκαν μόνον τι θα κερδίσουν στην Λωζάννη  από την φονικότατη αυτή σύγκρουση συμφερόντων στην σύγχρονη Ιστορία. Οι Βρεταννοί θέλησαν «την απόλυτη κυριότητα του εδάφους της Κύπρου» στην Αυτοκρατορία τους και την ελεύθερη διέλευση προς τον Εύξεινον Πόντον και σιωπηρά τις πετρελαιοφόρες περιοχὲς της Μεσοποταμίας,  δηλαδή του μεταγενέστερου Ιράκ, και την μη εγκατάσταση των ελληνορθοδόξων προσφύγων εκ Νίγδης στην Κύπρο και πρόσφεραν στον Μουσταφά Κεμάλ την ανατολική Θράκη, με την Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και τον ευάλωτον  σε διοικητικά και οικονομικά μέτρα του μη «Ανταλλάξιμο» Ελληνορθόδοξο πληθυσμό που κατέστρεψε το καθεστώς του μέσα σε μία πεντηκονταετία.    

Οι Ιταλοί διασφάλισαν την κυριότητα των Δωδεκανήσων και την  διαρπαγή των ελληνογενών πληθυσμών τους για να νεκραναστήσουν εκεί τους Ιωαννίτες Ιππότες που στήριζαν στην Μάλτα την φασιστικής θεωρίας του «Mare Nostrum» και επιδίωξαν τον εκλατινισμό του  ορθοδόξου πληθυσμού των νήσων προς στήριξη  του  ιταλικού Στέμματος με την  κηδεμονία των Μουσουλμάνων στην Αλβανία και στην Λιβύη.  Στην  Αλβανία  κυριαρχεί η εθνικιστική μανία στην νεοσύστατη επικράτεια της. Οι Μπεκτασίδες και Αλεβίδες, καθώς και οι Ορθόδοξοι και Καθολικοί χριστιανοί φρόντιζαν κατ’ ιδίαν την μόρφωση των μελών τους και τέλος   η κυβέρνηση της Γαλλίας, τότε ευρισκόμενη στα χέρια των Χρηματιστών των Παρισίων ενδιαφερόταν κυρίως για να μην υποστούν την οικτρή τύχη τα κεφάλαιά τους στη Τουρκία των κεφαλαίων τους στην τσαρικη Ρωσία και επιδίωξαν να συμμορφωθούν προς τα θελήματα των οικονομικών παραγόντων της Άγκυρας. 

         Μετά την υπογραφή της «Συνθήκην της Λωζάννης» τα τέλη Αυγούστου του 1923, η «Διεθνής Πρεσβευτική Επιτροπή» υπό τον στρατηγό Ενρίκο Ταλλίνι, με πέντε άλλα μέλη, μεταβαίνει στην Κακαβιά της Ηπείρου για την χάραξη των συνόρων μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας, Εκεί στις  27 Αυγούστου 1923 τους παραμονεύει η μαφία των Γενίτσαρων Τσάμιδων εθνικιστών που θέλει  να διακόψει το έργο της   γιατί  δεν αλβανοποιούσαν  την «Τσαμουριά» (Θεσπρωτία) μέχρι την Πρέβεζα! 3  

Την Παρασκευή 31 Αυγούστου του 1923 εμφανίζεται επάνω από την Κέρκυρα να κατοπτεύει ένα «πηδαλιουχούμενο» αερόστατο ερχόμενο μάλλον από το ναύσταθμο  του Ιταλικού Στόλου στον Τάραντα. Όλα αυτά μέχρι το μεσημέρι, όταν εμφανίζεται ανοικτά του λιμένα  πάνοπλη ιταλική αρμάδα αποτελούμενη από τρία θωρηκτά και δέκα καταδρομικά και τέσσερα υδροπλάνα, ένα υποβρύχιο και οκτώ μεταγωγικά γεμάτα στρατιώτες!  Η κινητοποίηση  αυτών των ναυτικών δυνάμεων πρέπει να ήταν  θέμα ημερών και πρέπει να άρχισε πολύ πριν την εκτέλεση στην Κακαβιά των Ιωαννίνων. 

Ο Ιταλός πλοίαρχος Φοσκίνι  αποβιβάζεται στον λιμένα και επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο του Ιταλού προξένου στο νησί και φθάνει στην Νομαρχία  και ψυχρά λέει στον Έλληνα Νομάρχη Πέτρο Ευριπαίο ότι: «Ο αρχηγός του στόλου ναύαρχος Σολάρι, ζητεί να του παραδώσετε την πόλη της Κέρκυρας, την οποία άλλως θα την καταλάβει βιαίως»… Εν συνεχεία επιδίδει το τελεσίγραφο που ζητούσε οι αρχές της πόλεως  να παραδώσουν αμέσως το νησί γιατί θα αρχίσει ο βομβαρδισμός του παλαιού κάστρου της και πως απαγορεύει πάσαν επικοινωνία με την ελληνική κυβέρνηση και προς τούτο :«Παρέχεται προθεσμία δύο  ωρών» για  να δοθεί καιρός στους υπηκόους των ξένων δυνάμεων για να συγκεντρωθούν στα προξενεία τους και να απομακρυνθούν από κάθε στρατιωτικό καταυλισμό !

           Όμως η ελληνική σημαία δεν κατέβαινε από τον ιστό της για να υψωθεί το «λευκό σύμβολό της υποταγής» και στις 5.00 μ.μ. ακριβώς ρίχτηκαν τρεις άσφαιροι κανονιοβολισμοί από την ιταλική ναυαρχίδα «Κόντε ντι Καβούρ» και αμέσως μετά ακολούθησε ο βομβαρδισμός  του «Κάστρου του Αγίου Γεωργίου» και του Παλαιοὐ  Φρούριο από το θωρηκτό  «Σαν Τζιόρτζιο» και τα άλλα δυο θωρηκτά. Το καταδρομικό «Πρεμούντα» χτύπησε και το Νέο Φρούριο. Όμως στο  Παλαιό Κάστρο, όπου ήταν από το Ιανουάριο του  1923 στα κτήρια του πρώην Λοιμοκαταρτηρίου είχαν εγκατασταθεί περίπου  5.000 Μικρασιάτες και Αρμένιοι πρόσφυγες  με γυναικόπαιδα και εκεί έπεσαν βλήματα των τηλεβόλων από τα θωρηκτά και μέσα σε μισή ώρα στόχευααν  στους κατατρεγμένους από τους Τούρκους πρόσφυγες με συνέπεια να θανατωθούν 13 και να τραυματισθούν 35 γυναικόπαιδα  που είχαν εκεί  στρατοπεδεύσει! 

Μόλις σταμάτησε ο βομβαρδισμός  ο Κερκύρας Αθηναγόρας ειδοποίησε λεμβούχο της περιοχής και επιβιβάζεται στη  βάρκα του από το Μουράγιο και πλέει προς την ιταλική ναυαρχίδα «Κόντε ντι Καβούρ».  Στέκεται όρθιος στη βάρκα σαν δοκός και  ανεμίζει λευκή σημαία. Όταν έφθασε  στην καραβόσκαλα της ναυαρχίδος φώναξε στους  ναύτες γαλλικά ποιος είναι και ποιόν θέλει που γνώριζε από παλαιότερη ειρηνική επίσκεψη στο νησί.  Όσο να ανέβει στο κατάστρωμα  καταφθάνει και ο ναύαρχος Σολλάρι και ο μητροπολίτης  του λέει στα γαλλικά: «Κύριε ναύαρχε όλοι Σας θεωρούσαμε φιλέλληνα και φίλο της Κέρκυρας, γιατί Σας γνωρίζουμε προσωπικά, αλλά  τα κανόνια Σας τώρα εξόντωσαν αμάχους πρόσφυγες γυναίκες και παιδιά. Διαπράξατε ένα πρωτοφανές έγκλημα κύριε ναύαρχε! Σε αυτά  ο Σολλάρι απήντησε: «Σεβασμιώτατε πιστεύσετε ότι εξετέλεσα διαταγή της κυβερνήσεώς μου και ως στρατιωτικός ήμουν υποχρεωμένος να υπακούσω». Στη συνέχεια διεξήχθησαν συνομιλίες για να μην επαναληφθεί ο κανονιοβολισμός και προκληθούν πάλι περισσότερα θύματα για να ταφούν τα θύματα και μεταφερθούν οι  τραυματίες στο Νοσοκομείο.

Οι διακρατικές συνεννοήσεις μεταξύ της Ιταλίας και των Αθηνών είχαν αίσιο τέλος στο τέλος Σεπτεμβρίου 1923 και έτσι έληξε το θανατηφόρο  επεισόδιο με την κυβέρνηση του Μπενίτο Μουσολίνι που άρχισε να δοκιμάζει την αντοχή της αντιμεσογειακής τακτικής της ιταλικής φασιστικής θεωρίας περι της «Mare Nostrum». Όταν διακριβώθηκε ποιοι ήταν οι άνανδροι οργανωτές της δολοφονίας του στρατηγού  Ενρίκο Ταλλίνι τότε όπως έμαθε  ο μητροπολίτης   Αθηναγόρας ο αρμόδιος Ιταλός υπουργός των Ναυτικών  επιτίμησε τον ναύαρχο Σολλάρι γιατί έσπευσε και άνοιξε πυρ και προκάλεσε τόσους θανάτους και τραυματισμούς προσφύγων. Αυτή η πατριωτική και ρηξικέλευθη στάση του Αθηναγόρα  ξεκλείδωσε τις ψυχές των «διστακτικών» βασιλοφρόνων οικογενειών της Κέρκυρας: Θεοτόκη, Βούλγαρη, Βλασόπουλου, Μαρκορά κ. ά. που κατάλαβαν ότι ο Αθηναγόρας  δεν ήταν ένας καιροσκόπος που επεδίωξε να καταχραστεί κάθε πανούργο κόλπο για να σταδιοδρομήσει αλλά ένας άνωθεν κλητός στην ιερωσύνη, ηπειρωτικής καταγωγής που με καινοτόμες  και πολυδιάστατες πράξεις επωμιζόταν ένα χριστοθέλητον νέον ορίζοντα στα εκκλησιαστικά δρώμενα που ενθουσίασε τον βαθυστόχαστο μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο να τον περιβάλει με έξοχη εκτίμηση και να τον  προτείνει στον Πατριάρχη Βασίλειο Γ΄ το 1930 για να αναλάβει την ποιμαντορία της αρτισυστάτου αρχιεπισκοπής Αμερικής από τον Πατριάρχη Μελέτιο προς στήριξη της Ελληνορθοδόξου ποίμνης των μεταναστών στο νέο  Κόσμου της Δύσεως.- Α.Π.  

Η κατάληψη της Κέρκυρας από τον Ιταλικό Στόλο στις 31 Αυγούστου 1923. Ο στρατηγός Ερρίκος Μπελλίνι εποχούμενος αυτοκινήτου του Ιταλού προξένου στην Κέρκυρα, πηγαίνει στο Διοικητήριο της νήσου για να θέσει τους  όρους της Κυβερνήσεως Μπενίτο Μουσολίνι στον Νομάρχη Πέτρο Ευριπαίο

1. Και αυτό το έπραξε ο μετά ονομασθείς Ατατούρκ  φοβούμενος την  μάχιμη αντιπαράταξη με την άριστα τότε οργανωμένη «Στρατειά του Έβρου» και χωρίς να έχει αποβατικά για να διαβεί την Προποντίδα, όπου κυριαρχούσε ο  ελληνικός Στόλος,   μήπως οι Κεμαλικοί  πάθαιναν ότι και οι Φράγκοι  το 1261 από ένα νέον Αλέξιο Στρατηγόπουλο  και έτσι από τότε  οριστικά θα αποκτούσαν την Άγκυρα ως  πρωτεύουσα  με γύρο της τέσσερα βιλαέτια, όπως είχαν σχεδιάσει οι Βρεταννοί στις αρχές του 20ου  αιώνα!   

2. Ο  Κωνσταντίνος Ψάχος, με την βοήθεια του φυσικομαθηματικού Σταύρου Βραχάμη. Και  αφού άρχισε τον  αγώνα εξευρέσεως πόρων ανάθεσε  την κατασκευή του στην Γερμανική εταιρεία Steinmeyer την οποία και επίβλεψε προσωπικά. Το όργανο άρχισε να κατασκευάζεται το Μάιο του 1922 στο Έττιγκεν της Βαυαρίας, σε δύο πλάνα. Το  πρώτο πλάνο κατασκεύαζε ένα όργανο τύπου εκκλησιαστικού οργάνου που είχε 42 πλήκτρα ανά οκτάβα και 2.000 αυλούς και δεν έφτασε ποτέ στην Ελλάδα. Μάλιστα λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εθεωρείτο χαμένο και μεταπολεμικά εντοπίστηκε σε άριστη κατάσταση και πλήρη λειτουργικότητα στη Γερμανία, στην κατοχή του Karl Gockel. Στη συνέχεια κατασκευάστηκαν και δύο πανομοιότυπα μικρότερα όργανα των 660 αυλών, το ένα από αυτά προοριζόταν για τον Ψάχο και το άλλο για την Εύα Πάλμερ – Σικελιανού που χρηματοδότησε την όλη προσπάθεια, αλλά και αυτά έμειναν αχρησιμοποίητα, έχοντας πια μόνο μουσειακή αξία.[  Το «Παναρμόνιο» έκανε γνωστό τον Ψάχο στην Ευρώπη, γιατί του έδωσε την ευκαιρία να παρουσιάσει το 1926 σε μία μεγάλη συναυλία βυζαντινούς ύμνους, δημοτικά τραγούδια και δικές του συνθέσεις που είχαν μεγάλη απήχηση στους κύκλους των φιλομούσων.

3. Εκεί κατοικούσαν περί τις 15.000 εξισλαμισμένοι Τσάμηδες που καιροφυλακτούσα  αρπαγή της γης  των αρχαίων Θεσπρωτών. Την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, πάλι επιχείρησαν το 1943-1944, την βίαια «εθνοκάθαρση» σε βάρος των Ελλήνων Ηπειρωτών και τελικά τους ανάγκασαν να επιστρέψουν στην Αλβανία οι  αντιστασιακές δυνάμεις του  στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα.