Τὸ παλαιὸ Δημαρχεῖο καὶ ἡ παλαιά Ἁγία Τριάδα πρὸ τοῦ πολέμου.  

               Καθημερινά διαπιστώνω την αξία της λαϊκής προγονικής σοφίας για να αντιμετωπίζουμε πρόσωπα, που αντί να προσκλαίουν σε σπήλαιο του Ακράθωνα αναδεικνύονται «κακοί χρεωφειλέτες που πετούν άχυρα» κατά θεσμών και προσώπων κατασκευάζοντας «ομολογιακή φράξια» από ατίθασα περιτρίμματα Μητροπόλεων,   ώστε εμπαθέστατα να : «πετούν μία πέτρα στο γιαλό και χίλιοι γνωστικοί να μην επαρκούν για να τη βρουν και να τη βγάλουν»! Ο Πειραιάς είναι η πόλη της βαπτίσεώς μου και κυρίως των νεανικών   χρόνων μου και ίσως αυτά που θα διηγηθώ να τα θυμούνται και οι επιζώντες φίλοι μου Πειραιώτες που έγιναν αρχιερείς,

     Α΄.   Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου ζούσε μετά τον πόλεμο στην Καστέλλα και πήγαινα τακτικά να τη βλέπω από την Αθήνα που τότε ζούσαμε. Εξ άλλου αυτή όταν προπολεμικά ζούσα μαζί της στο Παλαιό Φάληρο με δίδαξε να αγαπώ και να σέβομαι την Εκκλησία μας, οδηγώντας με κοντά στον π. Βασίλειο Ατέση, μετά πρώην μητροπολίτη Λήμνου. Πολλές φορές όμως που πήγαινα να την επισκέπτομαι μου ζητούσε να τη συνοδεύσω στα μαγαζιά του κέντρου του Πειραιά. Η νησιώτικη ευλάβειά της με οδηγούσε να προσκυνήσω και στον πρόχειρο ναό που στήθηκε μέσα στην παλαιά Αγία Τριάδα μετά τον καταστροφικό βομβαρδισμό της τον Ιανουάριο του 1944. Έτσι, μερικές φορές παρακολούθησα στα σκαλιά αυτού του ερειπωμένου τότε ναού ένα κωμικοτραγικό θέαμα. Ένας περίεργος τύπος, που φορούσε μαύρη σταυρωτή μακριά ρεντιγκότα και παπιγιόν ήταν ανεβασμένος στα σκαλιά του ναού και με ύφος μανιασμένου ιεροκήρυκα ανέπτυσσε οργισμένος το πρόγραμμα του και συγχρόνως κατακεραύνωνε τα κακώς κείμενα της τότε δημόσιας ζωής. Ερώτησα ποιος είναι και έμαθα πως ήταν ο αρχηγός των «Κυανοφρόνων» Τηλέμαχος Αρμόνδου Δελαπατρίδης, που σπούδασε Νομικά και Θεολογία και τώρα από το πάθος της δοξομανία περιφερόταν από το Σύνταγμα των Αθηνών μέχρι το περίφημο Ρολόϊ του Πειραιά. Αναζητούσε βήμα για να τον ακούνε καὶ αυτός ήταν τα σκαλιά της επίκεντρης Αγίας Τριάδος για να καυτηριάσει αμαρτίες και αδικίες επί παντός επιστητού. Έμαθα ότι ο τύπος αυτός επί χρόνια καταφερόταν επί δικαίων και αδίκων…. γιατί δεν τον «ψήφισαν το 1927 Πρόεδρο Δημοκρατίας»! Το ακροατήριό του το αποτελούσαν συνήθως διάφοροι περίεργοι περαστικοί που αρέσκονταν να διασκεδάζουν με υπαίθριες γραφικότητες. Μαζί τους όμως ανακατευόταν και η χλευάζουσα αληταρία από τα «χασαπάκια» της παρακείμενης τότε κρεαταγοράς. Όμως ο θυμώδης ρήτορας νόμιζε πως οι συγκεντρωθέντες ήλθαν για να ακούσουν τις καταγγελίες του και παραληρούσε σε υψηλούς τόνους με επιθετική γλώσσα. Ύψωνε τη φωνή του στο κατακόρυφο προκαλώντας μούγκρισμα και σε λίγο τη θορυβώδη καζούρα του ακροατηρίου που κατέληγε σε σφυρίγματα! Τότε ο τιμητής των πάντων γούρλωνε τα μάτια, έτριζε τα δόντια του και με επιτιμητικό ύφος «προφήτη» παρόντες και απόντες τους «αναθεμάτιζε». Σε αντίδραση η συγκεντρωμένη «μαρίδα» τον αποδοκίμαζε, τον γιουχάιζε! Εκείνος αμέσως έπαιρνε απειλητικό ύφος του «μάντη κακών» και τους υποσχόταν τη πίσσα όλων των καζανιών της Κολάσεως! Και όσο αυξανόταν η κλίμακα των απειλών του, τόσο οι «μαουνιέρηδες» που είχαν καταφθάσει από το παρακείμενο λιμάνι για να διασκεδάσουν τον «εξαγρίωναν» για να τον αποτρελάνουν μέχρι που έφθανε η αστυνομία για να διαλύσει την «ομήγυρη» και να επιβάλλει τη τάξη! 

     Δίδαγμα: Αλλοίμονο σε εκείνον που έχασε το μέτρο κρίσεως και τη σεμνή και ισορροπημένη παρουσία. Οι απειλές των «αφορισμών» δεν συγκινούν πλέον κανένα ούτε και προστατεύουν τη σοβαρότητά του! Αυτά σήμερα έχουν αντίθετα αποτελέσματα στο λαό που δεν θα αργήσει να μάθει τα πεπραγμένα του τιμητή και να αξιολογήσει τις τεθλασμένες κινήσεις της σταδιοδρομίας του. Ο φαμφαρονισμός όταν γίνεται χρόνια κατάσταση δεν ελέγχεται, ούτε δαμάζεται! Με διάφορους τρόπους συνεχίζει να εκφράζεται για να προδίδει τα εσώψυχα του φορέα του που να επαναλαμβάνει συνεχώς σφάλματα. Η προώθηση στην ιεραρχία αξιοδάκρυτων δοξομανών «τύπων» διψασμένων για δόξα και πεινασμένων για πλούτο φθείρει ανεπανόρθωτα το κύρος της ποιμαίνουσας Εκκλησίας, όπως διαπιστώνεται από την ανεκκλησίαστη βαπτισμένη νεότητα, που αποτελεί και το μέλλον του πληρώματος της Εκκλησίας και ο εκκλησιασμός κυρίως των υπερήλικων ανδρών και γυναικών!

        Β΄   Όταν πάλι ήμουν φοιτητής και συνήθιζα να πηγαίνω στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιώς που τότε στεγαζόταν στη δεξιά πλευρά του σπουδαίου Δημοτικού Θεάτρου της πόλεως, διερχόμουν από την προ αυτού πλατεία και αντίκριζα συνήθως άλλον έναν άλλο σαλεμένο. Τον «στρατηγό» Διπλαράκο που πήγαινε και ερχότανε στη πλατεία και έντονα συνέταζε το φανταστικό στράτευμά του με παραγγέλματα που έδιδε προτείνοντας μία δήθεν «στραταρχική ράβδο» περιτυλιγμένη με αλυσίδα! Η μανία του αποτυπωνόταν στο στήθους του. Φορούσε ένα γιλέκο καταστόλιστο από ψευτοπαράσημα, αποδεικτικά της ψυχικής του καταστάσεως. Είχε σ’ αυτό καρφιτσώσει φαντακτερά κουμπιά και μερικά παλιά μετάλλια από τα παλιατζίδικα της πλατεία Ιπποδαμίας! Αυτά του τα κρεμούσαν για να διασκεδάσουν οι φιλοπαίγμονες παλιατζήδες. Φανταζόταν ότι ως «στρατηγός» συγκέντρωνε στη πλατεία το στράτευμά του και του έδινε παραγγέλματα, Η ανεξέλεγκτη λόξα του ήταν βέβαια ακίνδυνη γιατί τη ζούσε στον κόσμο του, όμως δεν ενοχλούσε κανένα και μάλλον προκαλούσε τη συμπάθεια των διερχόμενων και ποτέ την κοροϊδία. Ο Διπλαράκος παρέμεινε στη μνήμη μου ένας που έχασε την ταυτότητα και το μέτρο των λογισμών του γι’ αυτό : αιωνία η μνήμη του.

Δίδαγμα: Η φαντασία ότι κάποιος έγινε «στρατηγός» δεν του εξασφαλίζει σοβαρότητα και εκτίμηση όταν δεν μπορεί να κυβερνήσει τον εαυτό του και τα νεύρα του και «αφορίζει» χωρίς απόφαση της διοικούσης αρχής του και μη αφορισμένους χριστιανούς προκαλώντας τον διεθνή καγχασμό για το ελλαδικό επισκοπάτο. Στη ζωή του δυστυχώς πορεύεται ως ο κακομαθημένος νεανίας που με δικολαβική και εξεζητημένη λογιότητα λοιδορεί τους πάντες.

             Οι συνειρμοί είναι των αναγνωστών μου.

               Ένας παλαιός και πραγματικά άγιος κληρικός, που υπηρέτησε ως θεολόγος στο Πειραιά, χωρίς ποτέ να έγινε θηρευτής της αρχιεροσύνης, δέχθηκε ενώ δίδασκε ένα τηλεφώνημα της Συνόδου πώς εκλέχθηκε μητροπολίτης Κερκύρας! Αυτός ήταν ο μακαριστός Μεθόδιος Κοντοστάντος. Στα γερατειά του ήταν υποχρεωμένος από την εθιμοτυπία στις επίσημες τελετές να φέρει τα παράσημά του. Κάποτε θέλησε να τον πειράξει ο Κίτρους Βαρνάβας, αλλοίμονο, μόνιμος και αυτός θηρευτής παράσημων και τίτλων με στόχο τη διαδοχή στην αρχιεπισκοπή Αθηνών και άρχισε να ερωτά τον Κερκύρας περί της ιστορίας κάθε διακρίσεως. Ανύποπτος ο άγιος γέροντας του εξιστορούσε τα καθέκαστα κάθε διακρίσεως. Αυτό το ζήτησε επίμονα ο Κίτρους και στο τέλος σοβαροφανώς του παρατηρεί ότι κάποιο παράσημο του έλειπε! Ο γέροντας στεναχωρήθηκε και τον ρώτησε ποιο ήταν αυτό το παράσημο; Εκείνος, για να τον αιφνιδιάσει του είπε περιπαικτικά: «Σεβασμιότατε δεν βλέπω να έχετε του Φίξ»! Πρόκειται για το καπάκι των φιαλών του ζύθου Φίξ, που το φορούσαν παλιά τα παιδιά για να κοκορεύονται μεταξύ τους ότι κάτι περισσότερο έχουν από τους άλλους! Ο πραγματικά άγιος Κερκύρας δεν ήξερε ποιο ήταν αυτό και η συζήτηση έληξε!

       Γι’ αυτό δεν υπάρχει δίδαγμα! Υπάρχει  μόνον «κριτήριον θέσπισμα» γιὰ τούς πιστεύοντες στὸν Ἰησοῦν Χριστόν: «Όσοι έλαβαν μὲ πανούργους συνδυασμούς καὶ επίορκους λογισμούς «Ωμοφόρια» ἀπὸ τὸ Οικουμενικό Πατριαρχείο καὶ έμπρακτα εξαπάτησαν τούς δύσαντες «τας κανονικάς ψήφους» τους κατά τὴν «Ἑσχάτην Ἡμέραν» αὐτὸ τὸ «Ωμοφόριο» τους εἶναι ὁ «βρόγχος τοῦ  αἰώνιου κολασμοῦ τους» γιὰ τὴν δίκαιη τιμωρία τους καὶ τότε θὰ ξεκαρδιστοῦν οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες κολασμένοι!     Α.Π.