Μετὰ τὴν «Ἀνακωχὴ» τοῦ Μούδρου τὸ 1918 ὑπῆρχε ἀπόλυτη ἐν Χριστῶ ἀδελφικὴ σύμπνοια μεταξὺ Ρωμιῶν καὶ Ἀρμενίων τὸ 1921 στὴν Κίο τῆς Βιθυνίας! Ὁ μητροπολίτης Νικαίας Βασίλειος μετά τοῦ Ἀρμενίου πρωθιερέως πορεύονται ὁμοῦ μετὰ τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν λιμένα γιὰ νὰ τελέσουν τὸν «Ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων». Σοβαρὴ ὑπόδειξη πρὸς τοὺς ἑκάστοτε ἐκεῖ κρατοῦντες τῶν «Θρησκευτικῶν καὶ Ἀνθρώπινων Δικαιωμάτων» τῶν Μειονοτήτων. 
                                                             ’Αρχεῖον  Κέντρου  Μικρασιατικῶν Σπουδῶν.

    

                                      Τοῦ παλιοῦ ἂρχοντος καθηγητοῦ  Ἀριστείδη  Πανώτη.  

                Τὰ γεγονότα τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ἔφεραν τραγικὲς  ἐμπειρίες ὂχι μόνον στοὺς εὐρωπαϊκοὺς λαούς ἀλλὰ καὶ σ’ ὃλη τὴν ἀνθρωπότητα. Οἱ συμφορὲς ἐκ τῶν συγκρούσεων ἀκόμη καὶ ὁμοδόξων λαῶν ἀναζωπύρωσαν στὶς συνειδήσεις  τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐξομάλυνση τῶν διεθνῶν σχέσεων μεταξύ των ἐθνῶν διὰ μέσου τῆς ἐπιρροῆς τῆς προσεγγίσεως   τῶν χριστιανῶν. Καὶ πάλι ἦλθε στὴν ἐπικαιρότητα ἡ ἀνάγκη προσεγγίσεως ἀρχικὰ Ὀρθοδόξων καὶ  Ἀγγλικανῶν καθὼς καὶ γενικὰ μετὰ τοῦ Διαμαρτυρόμενου κόσμου ποὺ ἀπὸ τὸν 16ον αἰώνα διΐστατε μὲ τὴ Ρώμη καὶ ἐπίμονα ἀναζητοῦσε σχέσεις προσεγγίσεως μὲ τὴν Ἀνατολή. Στοὺς κύκλους τῶν Λουθηρανικῆς πεποιθήσεως χριστιανῶν ἀνδιαφερόμενοι πρῶτοι ἦσαν γιὰ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους διαπρεπεῖς Γερμανοὶ καθηγητές ποὺ ὡς «σχισματικοὶ» μὲ τὴν Ρώμη ἀπευθύνθηκαν στὸν πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ καὶ ἒλαβαν μιὰ ὀρθοτομοῦσα ἀπάντηση, ἐπαινεθεῖσα μάλιστα καὶ ἀπὸ τὸν τότε πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ γιὰ τὴν σταθερότητά της στὰ θέματα τῆς πίστεως. Ὃμως ὃσο ἡ Μεταρρύθμιση κατακερματιζόταν σὲ ποικίλες Ὁμολογίες, τόσο ἡ Ρώμη περιτειχίζονταν γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς ἑνότητός της μὲ ἀντιμεταρρυθμιστικὲς ἀποφάνσεις. Τὸ σχίσμα τῶν «Παλαιοκαθολικῶν» ποὺ ἀκολούθησε τὴν Α΄ Βατικανή Σύνοδο ἒδειξε πὼς στὴ Δύση ὑπάρχουν καὶ δυνάμεις ποὺ μποροῦν νὰ ἐπαναπροσεγγίσουν  τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἂρχισε ἡ ἐπικοινωνία μαζί τους ὃπως  ἀργότερα ἒπραξε καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς. Ἀλλὰ καὶ τὸ τρίτο τέταρτο τοῦ 19ου αἰώνα ὰρχίζει στὴν παλαιὰ Ἑλλάδα τὸ λυκαυγές τοῦ φιλενωτικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ μάλιστα αὐτὸ τίθεται ἀπὸ τὴν 1η Δεκεμβρίου 1874 ὑπὸ τὴν ἐπιστασία τῆς τότε Ἱερᾶς Συνόδου.Τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς «καταλλαγῆς» τὸ ἐκπροσωπεῖ μάλιστα ἡ λεγόμενη «Ἀδελφότητα τῶν Φιλοχρίστων» μὲ σαφέστατες οἰκουμενιστικὲς κατευθύνσεις  «γιὰ τὴν ποθητὴ  προσέγγιση καὶ ἓνωση τῶν Ἐκκλησιῶν».Ὁ πάπας Λέων ΙΓ΄ δέχθηκε τὸ 1883  μὲ ἰδιαιτερη χαρὰ καὶ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ μητροπολίτη  Δέρκων Ἰωακείμ Κρουσουλούδη, διερχόμενου ἐκ Ρώμης διὰ λόγους ὑγείας, ὁ ὁποῖος μετὰ ἓνα χρόνο ἐξελέγη Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὡς Ἰωακείμ Δ΄. Τότε γιὰ νὰ τὸν συγχαρεῖ γιὰ τὴν ἐκλογὴ του ἐκμέρους τοῦ Πάπα μεταβαίνει στὸ Φανάρι ὁ Δελεγᾶτος τοῦ Πάπα στὴ Πόλη Ροτέλλι. Ὃμως, ἡ σύντομη πατριαρχία τοῦ νέου Πατριάρχη καὶ ὁ ἐπισυμβάς θάνατός του στὴν πατρίδα του τὴ Χῖο,  δὲν ἐπέτρεψε τὴν συνέχεια στὶς καλὲς σχέσεις μὲ τὴν πρεσβυτέρα Ρώμη. Ὁ γηραιός  πάπας Λέων ΙΓ΄ προσπαθεί νὰ διορθώσει τὰ λάθη τῶν προκατόχων του, ποὺ ἐκλατίνιζαν  τοὺς λεγόμενους «ἐνωτικούς» καὶ προσκαλεῖ τοὺς Ὀρθοδόξους τὸ 1893 μὲ τὸ Διάταγμά τοῦ Orientalium Dignitas σὲ μιά  «ἑνότητα»  τύπου Φλωρεντίας ποὺ ὣριζε σεβασμὸ στὴν λατρευτικὴ τάξη τὴς Ἀνατολῆς, ποὺ τὴν ἀποκαλοῦσε ὡς «ἳδιον ρυθμὀν» καὶ ἀποτελοῦσε πλέον ἀπὸ τὀτε τὸ στέγαστρο τῆς παλαιᾶς «ἑνωτικῆς» τακτικῆς τῆς Ἁγίας Ἓδρας, κάτι ποὺ ἀντὶ νὰ βελτιώσει τὴν ὁμαλὴ προσέγγιση ὤξυνε τὶς ἑκατέρωθεν σχέσεις Φαναρίου καὶ Ρώμης.  Τὴν ἀπάντηση στὴν τότε πρόσκληση γιὰ ἐνότητα τὴν δίδει τὸ Φανάρι διά χειρός τοῦ φερέλπιδα ἱεράρχη του Γερμανοῦ Καραβαγγέλη. Τὴν ἲδια ἐποχὴ  ἐνόχλησε τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὸ «ἐκπαιδευτικὸ  προγεφύρωμα» εἰσβολὴς  τῶν μοναχικῶν ταγμάτων τῆς Ρώμης πρὸς  καθοδήγηση τῶν νεοτέρων λατινογεννῶν πληθυσμῶν, μὲ τὸ ὁποῖο παράλληλα στήθηκε καὶ ἡ μορφωτικὴ διεισδυτικότητας στὶς ὀρθόδοξες οἰκογένειες, οἱ ὁποῖες ἐπιδίωκαν τὴν καλὴ σύγχρονη μόρφωση καὶ γλωσσομάθεια γιὰ τὰ τρυφερότερα νεότερα μέλῃ τους. 

              Στὸ λυκαυγὲς τοῦ 20ου αἰώνα  ἐπανέρχεται τὸ δεύτερον στὴν πατριαρχία ὁ Ἰωακείμ Γ΄, ποὺ ἦταν πλέον φωτισμένος ἀπὸ  τὶς νέες πνευματικὲς  ἐμπειρίες ποὺ ἀπέκτησε στὸ Ἃγιον Ὂρος ὁ ὁποῖος  ἐγνώριζε καὶ τὶς πολλὲς ἐπαφὲς τῶν Ρώσων θεολόγων καὶ τῶν ἐν γένει ὀρθόδοξων παραγόντων μὲ τοὺς ἐτεροδόξους.3   Ἀπὸ τὶς  ἐπαφὲς  αὐτὲς εἶχε γενικὰ διαπιστωθεῖ  ὃτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα  τῶν  μελῶν τῆς Ἐκκλησίας εὐωθοῦται μόνον ὃταν οἱ χριστιανοὶ «κοινωνοῦν στὴν πίστη καὶ στὴν ἀγάπη ἐν Χριστῷ», μακρυὰ ἀπὸ τοὺς φυλετισμοὺς καὶ τοὺς ἂγονους ἀντιρρητικούς «ἀντιλόγους». Γι’ αὐτὸ μὲ  τὴν ἔναρξη τῆς β΄ πατριαρχία του ὁ μεγαλοπρεπὴς ταγός τῆς Ἐκκλησίας   συμβούλεψε πλέον νὰ  ἐγκαταληφθεῖ ἡ ἐπιφυλακτικότητα τοῦ Φαναρίου ἒναντι τῶν ἑτεροδόξων, ποὺ ἄλλοτε συγκέντρωνε καὶ τὶς ὑποψίες στὴν Ὑψηλὴ Πύλη ὡς μιὰ «διαχριστιανικὴ» ἀπειλὴ ἀπωθήσεως τοῦ κράτους  τῶν  ὀθωμανῶν  πέραν τῆς Εὐρώπης καὶ Μ.Ἀσίας.  Ἐξ αὐτοῦ ὁ Ἰωακείμ Γ΄ ἀποφάσισε νὰ ἐγκαινιάσει πλέον μιὰ στενὴ συνεργασία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ γνώσεων καὶ ἐμπειριῶν πρὸς ἐπίλυση τρεχόντων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων καὶ πρὸς «ἐπανασυνάντηση» μὲ μερικοὺς πρωτοπόρους τῶν διεκκλησιαστικῶν σχέσεων,  ποὺ  ἄρχισαν νὰ διαβλέπουν τὴν Ὀρθοδοξία μὲ διαφορετικὸ μάτι ἀπὸ τὸ παρελθὸν.  Οἱ ἒρευνες τῶν ἀρχαίων πηγῶν  καὶ παραδόσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς  ζωῆς της προσκόμισαν  νεότερα συμπεράσματα σὲ  ὃλους τοὺς κλάδους  τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ἐπιστημῶν  καὶ ἰδίως μετὰ τῆν βαθύτερη μελέτη τῆς Πατερικῆς θεολογικῆς σκέψεως καὶ τοῦ λειτουργικοῦ πλούτου τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ  ἒδειξαν πώς ὑπάρχουν πολλὰ  κοινὰ ποὺ μᾶς ἑνώνουν περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ  προκάλεσαν τὶς ἑκατέτωθεν  διαστάσεις. 

                   Στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20ου  αἰῶνα ἀρχίζουν δειλὰ πολλὲς οἰκουμενικὲς ζημώσεις ποὺ ἀνοίγουν τὸν δίαυλο τῶν ἐπαφῶν μὲ τοὺς ἐν Ἀμερικῇ συντηρητικοὺς ἐκ τῶν Διαμαρτυρόμενων, οἱ ὁποῖοι νόμιζαν μέχρι τότε  πὼς τὸ ἐκεῖ σλαβικὸ στοιχεῖο τῶν μεταναστῶν  ἐκπροσωπεῖ καὶ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησία.Στὴν Εὐρώπη τὸ οἰκουμενικὸ πνεῦμα ἔχει σποραδικὲς ἐκφάνσεις καὶ τὸ 1906 μὲ τὴν πρωτοβουλία τῶν Ἀγγλικανῶν καὶ τῶν Ὀρθοδόξων ὀργανώθηκε μιὰ «Ἑνωτικὴ Κίνηση» μὲ δικό της περιοδικὸ ὑπὸ τὸν τίτλο «Εἰρήνη». Αὐτὴ δραστηριοποιήθηκε κυρίως στὸν τομέα τῆς μορφώσεως τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν σὲ ἀγγλικανικὲς θεολογικὲς σχολές οἱ ὁποῖοι συνήθως ὑπηρετοῦσαν σὲ ἀγγλόφωνες περιοχὲς.3 Ἡ προσπάθεια  ξεκίνησε πρὸ τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μὲ τὴν συγκατάθεση τοῦ πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ΄ καὶ τοῦ μητροπολίτη Ἀθηνῶν Θεόκλητου Μηνόπουλο, ἀλλὰ δὲν τελεσφόρησε γιατὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὴν πρώτη δεκαετία τοῦ Κ΄ αἰώνα ἀντιμετώπιζε τὴν ἀπόπειρα ἐκβουλγαρισμοῦ τῶν ἐπαρχιῶν του στὴν Μακεδονία καὶ στὴ Θρᾴκη καὶ ἡ Παλαιὰ Ἑλλάδα ζοῦσε περίοδο άναστατώσεων ποὺ κατέληξαν στοὺς δύο Βαλκανικούς Πολέμους, μὲ γεγονότα ποὺ  ἀνέστειλαν τὶς μορφωτικὲς πρωτοβουλίες. Ὃμως αὐτὰ τὰ συμβάντα  δὲν ἐμπόδισαν τὴν κυοφορία τῶν ἰδεῶν τοῦ Ἰωακεὶμ Γ΄ μέσα στὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ στὶς σκέψεις  τῆς  ἱεραρχίας τοῦ Θρόνου. Ἒτσι γεννήθηκε ὁ ἒντονος προβληματισμὸς γύρω ἀπὸ τὰ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ἀπὸ  ἱεράρχες καὶ θεολόγους ποὺ φθάνουν άκόμη καὶ σὲ δημοσιεύσεις μελετῶν καὶ προτάσεων γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ ἐδάφους συναντήσεως τῶν ἀσχοληθέντων  σὲ ἀνώτερο ἐπιστημονικὸ ἢ  θεσμικὸ ἐπίπεδο. Χαρακτηριστική τοῦ νέου πνεύματος εἶναι καὶ ἡ τοῦ πατριάρχικὴ εὐλογία γιὰ τὴν πρώτη συμμετοχὴ τῆς ὀρθοδόξου νεότητας τῆς Ὁμογένειας στὸ Συνέδριο τῆς «Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος Νέων», τῆς γνωστὴς ὡς Χ.Α.Ν. ποὺ συνῆλθε πρῶτον τὸ 1911 στὴν  Κων/πολη καὶ μετὰ σὲ ἂλλες πόλεις,  ὃπως στὴν Θεσσαλονίκη καὶ στὴν Ἀθήνα.  Ὃμως τότε ἂρχισε νὰ ἐμφανίζεται καθαρότερος ὁ μυστικὸς στόχος τοῦ Νεοτουρκικοῦ Κινήματος τοῦ 1908 γιὰ τὸν «ἐκτουρκισμὸ» τῶν ἐθνικὼν χριστιανικῶν Μειονοτήτων στὴν πολυφυλετικὴ ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία μὲ ἀντίσταση τῶν ἀντιδράσεως τῶν χριστιανικῶν κρατῶν τῶν Βαλκανίων ποὺ προκάλεσε τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους τοῦ 1912 καὶ ἐξῆς. καὶ τότε ἀπεβίωσε ὁ ἐπιφανής Ἰωακείμ Γ΄ καὶ τὸν διαδέχθηκε ὁ σοφός καὶ πολύπειρος Γερμανὸς Ε΄ τοῦ ὁποίου ἡ πατριαρχία συνέπεσε μὲ τὴν  δύσκολη περίοδο τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε εἶδαν τὸ φῶς διάφορα ἂρθρα καὶ μελέτες ἀπὸ ἐξέχουσες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς ποὺ διατύπωναν προτάσεις γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ προτάσεις προδιαγραφῶν γιὰ μιὰ «συμπορεία» τῆς Ἐκκλησίας μας πρὸς τὴν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου.  Οἱ σκέψεις αὐτὲς ξεκινοῦν βέβαια ἀπὸ τὴν βαθειὰ συνείδηση πὼς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία καὶ  ἒχει τὸ πληρότητα τῆς Ἀληθείας καὶ στὴ ζωὴ της διαχρονικὰ  ἀνακυκλοῦται καὶ πορεύεται στὴν Ἱστορία καὶ στὴν ζωὴ τῶν ὀρθόδοξων λαῶν χωρὶς ἐκτροπές καὶ ἀλλοιώσεις ὃ,τι ἑνώνει τὴν ἁπανταχοῦ Χριστιανοσύνη. Παράλληλα ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἀρνεῖται σὲ κανένα επίσημο συμβολικό κείμενό της τὸν τίτλο τῆς Ἐκκλησίας σὲ καμιά ἂλλη ἱστορική ἒκφανση σύνολου χριστιανῶν. Ἒκτοτε εἶναι μόνιμη ἡ διαχρονικὴ τακτική της νὰ διεξάγει Διαχριστιανικοὺς Διαλόγους, ποὺ ἀποβλέπουν  νὰ προετοιμάσουν τὸ κλίμα φιλίας καὶ συνεργασίας μετὰ ἀπὸ διακοπῆ σχέσεων πολλῶν αἰώνων, γιατὶ ἡ ἑνότητα δὲν  ἀνακτᾶται οὒτε μὲ συμβιβασμοὺς καὶ προσηλυτισμούς, οὒτε με νέες προσθῆκες στὴν ἀρχαία πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μὲ τὴν βαθειὰ σπουδὴ τῶν ἀρχαίων πηγῶν τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μας γιὰ τὴν  ὑπομονωτικὴ  διάνοιξη τῆς ὁδοῦ πρὸς  ἀποκατάσταση τῆς Παγκόσμιας Ὀρθοδοξίας. Πρὸς τοῦτο  καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο κατέθεσε τὴν πρότασή του στὴν περίφημη Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο «Πρὸς τὰς Ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ»  τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1920, μὲ προμετωπίδα τὸν Πέτρειο στῖχο : «Ἐκ καθαρᾶς καρδίας ἀλλήλους ἀγαπήσατε ἐκτενῶς» 3 ποὺ ἀποτελεῖ καὶ ποὺ στὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ τὸν Χάρτη τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὴν «ἐπανασυνάντηση» τῶν χριστιανῶν. Τὸ καταστατικὸ αὐτὸ κείμενο τῆς Ἐκκλησίας Κων/πόλεως ἐκφράζει τὸ ἀπὸ αἰώνων «εἰρηνικὸ πνεῦμα», ποὺ πρωτοστάτησε στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους στὴν  ἐπίλυση ἐπὶ τῶν σπουδαίων δογματικῶν καὶ διοικητικῶν ζητημάτων μὲ τὴν κανονικὴ συνοδικὴ «συμφωνία». Μόνον οἱ ἐμπαθεὶς καὶ ἀδιάβαστοι «ζηλωτὲς» κατασυκοφάντισαν αὐτὸ τὸ συνοδικὸ  κείμενο ποὺ συντάχθηκε μὲ τὴν συμβολὴν Ὑποεπιτροπῆς  ἒγκυρων διδασκάλων τῆς «Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Κων/πόλεως» ποὺ ἦταν συντεγμένον ἀπὸγαλουχημένους στὴν Μικρασιατικὴ ἀποστολικὴ κληρονομία τῶν Ἀποστόλων Ἀνδρέου,  Ἰωάννου καὶ Παύλου καὶ τελικὰ ἐπικυρώθηκε ὡς ἐπίσημον συμβολικόν θέσφατον  μὲ τὴν κανονικὴ Συνοδικὴ διαγνώμη καὶ τὴν ὑπογραφὴν  τοῦ Τοποτηρητή τοῦ Θρόνου Προύσης Δωροθέου.Ἡ Ἐγκύκλιος αὐτὴ προσκομίζει πρωτοποριακὰ δυό βασικές ἀρχές γιὰ τὴν συμπορεία πρὸς τὴν Ἑνότητα: α) τὴν ἀναγκαιότητα ὑπεύθυνης ἐκκλησιαστικῆς διακονίας τοῦ  πνεύματος τῆς ἀγάπης καὶ ἀπομακρύνσεως άπὸ τὶς ἀδελφοκτόνες ἐπινοήσεις τοῦ ἀντιρρητικοῦ μεσαιωνισμοῦ (ὓβρεις, προσηλυτισμοὺς, δολοπλοκίες,παρερμηνίες θέσεων κ.τ.λ.) καὶ β) Τὴ βεβαιότητα ὃτι ὁ Θεὸς ἒχει τὴν δύναμη νὰ πραγματοποιήσει τὸ φαινομενικὰ ἀδύνατο καὶ νὰ δημιουργήσει τὴν ἑνότητα ποὺ θέλει. Ἀρκεῖ νὰ παύσουμε τὶς ζηλωτικὲς μικρότητε, βλέποντας πραγματικὰ πόσο βαθύ, παρὰ τὶς διαφορὲς, εἶναι ὃ,τι μᾶς ἑνώνει «σὲ συγκληρονόμους καὶ συμμετόχους τῆς ἐπαγγελίας Του ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» 5   Κατὰ τὴν Ἐγκύκλιο οἱ θεολογικές διαφορές «δὲν πρέπει νὰ ἀποτελοῦν κώλυμα γιὰ τὴν προσέγγιση καὶ συνεργασία τῶν Ἐκκλησιών» στὸν ἠθικοκοινωνικὸ κυρίως τομέα. Γιὰ νὰ γίνουν τὰ πρώτα βήματα προτείνεται ἡ  θεσμικὴ ἒκφραση τῆς συνεργασίας αὐτῆς, ὃπως γινόταν τότε στὰ  πλαίσια τῆς Διακρατικῆς διπλωματικῆς προσεγγίσεως μὲ τὴν ἐδρεύουσα στὴ Γενεύη «Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν». Γι’ αυτό πρέπει νὰ συσταθεῖ  μία «Κοινωνία τῶν Ἐκκλησιών»,  ὂχι βέβαια ὡς «κοινωνίας ἐν τοῖς μυστηρίοις» μὲ ἐκκλησιολογική σημασία, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἒννοια τοῦ «συνασπισμοῦ» (league) συνεργασίας γιὰ τὴν στερέωση τοῦ δεσμοῦ τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη χριστιανῶν. Ἡ Ἐγκύκλιος αὐτὴ πράγματι  «γράφηκε ἀπὸ ἓνα ἒντελῶς νέο πνεῦμα πλῆρες μέτρου καὶ ἀγάπης ποὺ ἦλθε ἁπλούστατα νὰ συναντήσει μιὰ κλήση, ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου» ὃπως εὒστοχα παρατηρεῖ ὁ μακαριστὸς π. Μ. Λε Γκυγιοῦ.  Ἐξ αὐτοῦ  δικαίως χαρακτηρίστηκε καὶ ἀπὸ τὸν διαπρεπὴ διαμαρτυρόμενο θεολόγο Βίσσερ τ’ Οὒφτ ὡς ὁ «Συνταγματικὸς Χάρτης» γιὰ τὴν ὃλη πορεία τῆς Οἰκουμενικῆς  Κινήσεως τοῦ 20ου  αἰῶνα,  ἀφοῦ « ἒθεσε τὶς ὀρθόδοξες προϋποθέσεις τῆς συμπορείας  πρὸς ἀνάκτηση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας».Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1920 ἰδιαίτερα ἱκανοποίησε τὴν Ἀγγλικανικὴ κοινωνία, ἡ ὁποία λόγω τῆς ταυτήσεώς της μὲ τὸ βρεταννικὸ στέμμα  ἀσκοῦσε ἂμεση ἐπιρροὴ  στὴν κυβέρνηση τῆς χώρας γιὰ τὴν προστασία τῶν χριστιανῶν στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία.  Πρόσφατη ἀπόδειξη προστασίας τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς Τουρκίας ἦταν ἡ  ὑπογραφεῖσα τότε Συνθήκη τῶν Σεβρῶν. Πρός τοῦτο ὃταν συγκλήθηκε το Στ΄ Συνέδριο τῶν Ἀγγλικανῶν στὸ ἀνάκτορο τοῦ Λάμπεθ,  ὃπου καὶ ἡ καθέδρα τοῦ ἀρχιεπισκόπου τῆς Καντουαρίας,  στάλθηκε ἐπίσημη πρόσκληση στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχείο καὶ παρέστη ἐπίσημη Πατριαρχικὴ Ἀντιπροσωπεία ὑπὸ τὸν διαπρεπὴ ἱστορικὸ μητροπολίτη Διδυμοτείχου Φιλάρετο Βαφείδη, ἡ ὁποία μἀλιστα διεξήγαγε καὶ θεολογικὲς συζητήσεις ποὺ γνωρίζουμε τὸ περιεχόμενό τους ἀπὸ δημοσιευθεῖσα ἒκθεσή του.

                    Τὸ Φανάρι θέλησε νὰ ἒχει γνωριμία καὶ  μὲ τὸν λοιπὸ Διαμαρτυρόμενο κόσμο ποὺ συγκεντρώθηκε μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ Β΄ Συνεδρίου τοῦ «Παγκόσμιου Συνδέσμου πρὸς Προαγωγὴ Διεθνοῦς Φιλίας διὰ τῶν Ἐκκλησιῶν». στὸ Μπεάτεμβέργ τῆς Ἐλβετίας ἀπὸ τὶς 15-28 Αὐγούστου τοῦ 1920.  Στὴ συνάντηση αὐτὴ συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι καὶ τῶν πέντε  Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῶν Βαλκανίων:  τῆς  Κων/πόλεως, τῆς Ἑλλάδος, τῆς Σερβίας, τῆς Ρουμανίας καὶ τῆς Βουλγαρίας, ποὺ  εἶχαν μεταξύ τους ἀγαστὴ  συνεργασία ἐπὶ τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Συνδέσμου. Ἡ συμμετοχὴ στὸ συνέδριο αύτὸ  σχολιάστηκε εὐμενέστατα ἀπὸ τὸν παρόντα τότε ἐκεῖ Σελευκείας Γερμανὸ καὶ ἀργότερα ἀπὸ τὸν διδάσκαλό μου Ἰωάννη  Καρμίρη.Τὶς σχέσεις μὲ τὸ Ἀγγλικανικὸ Ἐπισκοπελιανὸ στοιχεῖο ἰδιαίτερα πρόσεξε ὁ Ἀθηνῶν Μελέτιος τὴν περίοδο τοῦ Ἐθνικοῦ Διχασμοῦ καὶ ἰδίως κατὰ τὴ δεύτερη ἂφιξη του στὶς Η.Π.Α.. τὸ 1921  ὡς τοῦ κανονικοῦ μητροπολίτη Ἀθηνῶν καὶ ἡ ἀπὸ ἐκεῖ ἐκλογή του σὲ Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη ἒτυχε μεγάλης δημοσιότητος. Ἡ ἂνοδός του στὸν ὓπατο θεσμὸ τῶν Ὀρθοδόξων ἒστρεψε τὸ ἐνδιαφἐρον τῶν Ἀμερικανῶν γιὰ νὰ ἐκτιμήσουν τὴν προσωπικότητά του τῆς  ὁποίας τὴν φιλανθρωπικὴ πρόνοια στήριξαν μετὰ τὰ συμβάντα τοῦ 1922.  Ὁ πατριάρχης Μελέτιος  ἦταν  γνώστης τῶν «πρωτοβουλιῶν» τῶν Ρώσων γιὰ τοὺς Ἀγγλικανούς καὶ ἐπιδίωξε τὸ Φανάρι νὰ ἒχει τὸν πλήρη ἔλεγχο τῆς φιλενωτικῆς κινήσεως μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς καὶ γι’ αὐτὸ ἐνίσχυσε τὶς διεκκλησιαστικὲς σχέσεις, μετὰ τὴν ἒκδοση τῶν 13 ὃρων περὶ τὴν «Μυστηριακὴ Ἐπικοινωνία» μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων ὑπὸ τῶν Ἀγγλικανῶν, κείμενο τό ὁποῖο διευκόλυνε καὶ τὴν ἀναγνώριση τοῦ κύρους τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν, μὲ βάση  τοῦ  σκεπτικοῦ  ὃτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ κοινωνία συνεχίζει τὴν κανονικότητα τῆς ἱερωσύνης ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, τὴν ὃποία οὐδέποτε ἀμφισβήτησε ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή.  Τὴν συνοδική αὐτὴ ἀπόφανση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου  τοῦ  1923 τὴν άπεδέχθηκε εὐθὺς  τὸ Πατριαρχεῖο Ἰεροσολύμων καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἒκτοτε ἀποδίδουν ἀρχιερατικὲς τιμὲς  «ἐπ’ ἐκκλησίαις»  στοὺς διερχόμενους ἐξ Ἀθηνῶν Ἀγγλικανοὺς ἱερᾶρχες μέχρι τὸ 1954.10              Τὴ τακτικὴ τῆς «καταλλαγῆς» μὲ τὸν λοιπό χριατιανικὸ κόσμο συνέχισαν καί οἱ μετὰ τὴν Μικρασιατικὴ Καταστροφή Πατριᾶρχες παρὰ τὴν πικρία τους γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς χάρη τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τους στὸ ἐθνικιστικὸ μένος τῆς Ἂγκυρας. Ὁ μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανὸς Στρινόπουλος, τελευταῖος σχολάρχης τῆς Χάλκης, ἐκπροσωπεῖ στὶς διεθνεῖς συνάξεις τὸ Φανάρι ὃλη τὴν Μεταλωζάννεια  περίοδο δοκιμασίας του μὲ τοὺς νέους κυρίαρχους τῆς ἐξουσίας στὴν Τουρκία καὶ ἀποκομίζει τεράστια διεκκλησιαστικὴ ἐμπειρία ποὺ τὸν κατέστησε πολύτιμο ἐκφραστεῖ τοῦ πνεύματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κυρίως μεταξὺ τῶν Διαμαρτυρομένων. Ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν «ἐπανασυνάντηση»  τῶν χριστιανῶν  συνέχει καὶ τοὺς «ἐλεύθερους πολιορκημένους» ἀρχιερεῖς τοῦ Φαναρίου ποὺ ἐντρυφοῦν στὸ θέμα ὃπως ὁ διαπρεπέστατος καὶ πολύγλωσσος πρώην καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Χάλκης ἀποθανών ὡς μητροπολίτης Ἐφέσου  Ἀγαθάγγελος Κωνσταντινίδης, ο λεγόμενος καὶ  Μάγνης (†1935),  μὲ τὴν μελέτη του: «Περὶ τῆς θρησκευτικῆς συνεργασίας ἁπασῶν τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν» . Κπολις 1924. κ.ἂ. 11   Ἀλλὰ καὶ ὁ πατριάρχης Βασίλειος Γ΄ συμμετεῖχε στὶς διεθνεῖς συνεννοήσεις ὅταν προέκυψε τὸ θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν 1700 χρόνων ἀπὸ τὴν σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὴ Πεντηκοστή του 1925 στὰ Ἰεροσόλυμα, ἀντὶ τῆς Νίκαιας τῆς Βιθυνίας,  ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι ἐθνικιστὲς εἶχαν ἀνατινάξει τὸ 1922  τὸν ἀρχαῖο καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Νίκαιας. Περὶ τοῦ ἑορτασμοῦ αὐτοῦ ἐγράψαμε σὲ προηγούμενο κεφάλαιο πὼς τελικὰ ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς πραγματοποιήθηκε μόνον  στὸν πατριαρχικὸ ναὸ τοῦ Φαναρίου προεξάρχοντος τοῦ τελευταίου μητροπολίτη Νίκαιας καὶ εἲδη πατριάρχου Βασιλείου Γ΄.  Τὸ μόνο θετικὸ ποὺ ἂφησε ἡ οἰκουμενικὴ αὐτὴ προσδοκία γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς Συνόδου γιὰ τὴν ἑνότητα πίστεως τῆς Χριστιανοσύνης ἦταν  ὃτι ἂναψε καὶ πάλι τὸ ἐνδιαφέρον  στοὺς Ὀρθοδόξους  γιὰ τὴν σύγκληση μιᾶς «Μεγάλης Συνόδου» μετὰ ἀπὸ  σοβαρὴ προπαρασκευή της. 

          Μὲ πρωτοβουλία ἐκείνων ποὺ ἒζησαν τὴν ἀδυναμία τῶν Ἐκκλησιῶν νὰ παρέμβουν στὴν τότε παγκόσμια ἐμπλοκή, αὐτὴ ποὺ προκάλεσε τόση δυστυχία στὴν ἀνθρωπότητα, συγκλήθηκε στὴ Στοκχόλμη τῆς Σουηδίας ἀπὸ τὶς 16-30 Αὐγούστου 1925 τὸ Α΄ Παγκόσμιο Συνέδριο «Ζωὴ καὶ Ἐργασία» μὲ τὴν συμμετοχὴ Ἀγγλικανῶν, Παλαιοκαθολικῶν καὶ τῶν ἀρχαίων Ἐκκλησιῶν τῆς  Ἀνατολῆς.  Σ’ αὐτὸ κλήθηκαν νὰ συμμετέχουν καὶ τὰ τρία παλαίφατα Πατριαρχεῖα: τῆς  Κων/πόλεως, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῶν Ἰεροσολύμων καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Τὸ πρόγραμμα περιλάμβανε προσέγγιση σὲ ζητήματα ἠθικά, κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικά μὲ πρακτικές  μεθόδους. Ἡ παρουσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σ’ αὐτὸ τὸ Συνέδριο ἦταν πολυάριθμη καὶ σημαντική.  Συμμετεῖχαν, ὁ Ἀλεξανδρείας Φώτιος καὶ ὁ Ἱεροσολύμων Δαμιανός καὶ ἐκ μέρους τοῦ Φαναρίου ὁ Θυατείρων Γερμανός.12  καθὼς καὶ πολλοὶ ἐπίλεκτοι ἀρχιερεῖς, κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ  θεολόγοι 13  Στοὺς  ὀρθόδοξους ἀπεσταλμένους προήδρευσε ὁ Ἀλεξανδρείας Φώτιος.  Στη σύσκεψη αὐτὴ  πολλὴ σημαντικὴ ἦταν ἡ συμβολὴ τοῦ Θυατείρων Γερμανοῦ, ποὺ ἒκτοτε διαδραμάτευσε πρωτεύοντα ρόλο στὶς Διορθόδοξες καὶ Διαχριστιανικὲς συνάξεις μέχρι τὴν ἐκδημία του τὸ 1951. Ὁ Γερμανὸς  ἀναφέρθηκε στὸ πνεῦμα τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920,  ὡς ἓνας τῶν εἰσηγητῶν τοῦ κειμένου της,   καὶ τόνισε τὴν σημασίας μιας εὐρύτερης  ἑνότητας ὅσων ἀποδέχονται ὡς «Σωτῆρα καὶ Κύριον  τὸν  Ἰησοῦ Χριστὸ», καθὼς  καὶ τὸ χρέος ὃλων γιὰ νὰ καλλιεργήσουν  τὴν «Καταλλαγὴ» μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν  γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν πολλῶν μεταπολεμικῶν προβλημάτων τῆς χριστιανοσύνης. Πολλοὶ ὀρθόδοξοι θεολόγοι ἐξῇραν τὴν ἐμπειρία ποὺ ἀπεκόμισαν ἀπὸ τὶς συνομιλίες ἐκ τοῦ Συνεδρίου γιατί  τὸ πνεῦμα του  συμφωνοῦσε μὲ τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 γιὰ τὴν πρόταση συστάσεως τοῦ  ὀργανισμοῦ τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν.14 Μετὰ ἓνα χρόνο ἀκολούθησε καὶ τὸ Συνέδριο στὸ Ἐλσίνκι 1926 τῆς  Κινήσεως τῆς ΧΑΝ μὲ τὴν συμμετοχὴ  γιὰ πρώτη φορὰ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἦταν ὁ μητροπολίτης Κερκύρας Ἀθηναγόρας, γνώστης τῆς ἀγγλικῆς καὶ τῆς γαλλικῆς γλώσσας, ὅπου καὶ σφυρηλάτησε πολλὲς γνωριμίες μὲ σημαντικὲς προσωπικότητες  πρωτοπόρων στὴν «Καταλλαγὴ», ὅπως ἦταν τοῦ Visser’ t’ Hooft, ποὺ ἀργότερα τὸν φιλοξένησε καὶ στὴν Κέρκυρα γιὰ τὴν σύσταση παραρτήματος τῆς Χ.Α.Ν  στὴν κερκυραϊκὴ  νεότητας. Ὅλο αὐτὸ τὸ διεκκλησιαστικὸ ἐνδιαφέρων ἀνεζωπύρωσε τὴν ἐλπίδα ἐπανεκτιμήσεως τῆς ὀρθόδοξης προζύμης γιὰ τὸ φύραμα τῆς ἐτεροδοξίας, ἀκόμη καὶ γιὰ νὰ προληφθοῦν οἱ τυχὸν παρεξηγήσεις  ἐπὶ τοῦ «ἑνωτικοῦ ζητήματος».

                  Στὸ Α΄ Συνέδριο  «Πίστις καὶ Τάξις», ποὺ συγκλήθηκε στὴ Λωζάννης ἀπὸ τίς 3-21 Αὐγούστου 1927, συγκέντρωσε  400 συνέδρους  ἀπὸ 80 Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες. Μεταξὺ  αὐτῶν ἦταν καὶ ἀντιπροσωπεῖες ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ τῶν Ὀρθοδόξων, τῶν Κοπτῶν, τῶν Σύρων καὶ τῶν Ἀρμενίων καὶ  ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἀναζητήθηκαν οἱ μεταξύ τους βασικὲς ἀρχὲς συμφωνίας σὲ δογματικὲς πεποιθήσεις! Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα κινήθηκε καὶ συνῆλθε ἑνωμένη ἡ Ἀντιπροσωπεία τῶν 10 Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ποὺ συμμετεῖχαν στὶς ἐργασίες τοῦ συνεδρίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη Πανορθόδοξη παρουσία ενώπιον τῆς σύγχρονης χριστιανικῆς Οἰκουμένης !  Πρόεδρός της ἦταν  ὁ μητροπολίτης Θυατείρων  Γερμανὸς Στρινόπουλος καὶ συμπαρίσταντο  ὀκτὼ ἀκόμη ὀρθοδόξοι ἱερᾶρχες μεταξύ των ὁποίων::  ὁ Σόφιας Στέφανος καὶ ὁ Βαρσοβίας Διονύσιος, ὁ Λεοντουπόλεως Χριστοφόρος καὶ ὁ Νουβίας Νικόλαος,  ὁ Νόβισαδ Εἰρηναῖος καὶ ὁ Βουκοβίνης Νεκτάριος, καθώς  καὶ ὁ Ναυπακτίας Ἀμβρόσιος καὶ ὁ Ἒξαρχος Δυτικῆς Εὐρώπης Εὐλόγιος. Συμμετεῖχαν  ἐπίσης ὀκτὼ ἀρχιμανδρῖτες καὶ πρωτοπρεσβύτεροι, ὅπως: ὁ Μιχαὴλ Κωνσταντινίδης, ὁ Θεολόγος Παρασκευαΐδης, ὁ Κων/νος Βαλιάδης, ὁ Σέργιος Μπουλγάκωφ καὶ ὁ Στέφανος Τσαγκὼφ, καθὼς καὶ 5 λαϊκοὶ καθηγηταί, μεταξύ των ὁποίων ἐξ Ἑλλάδος:  ὁ Δημ. Μπαλάνος, ὁ Κ. Δυοβουνιώτης καὶ ὁ Ἁμ. Ἀλιβιζάτος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Βουλγαρίας ὁ ἱστορικὸς Νικόλαος Γκλουμποκόβσκυ. Ὅλοι ἦταν ἐξέχουσες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς. Στὸ Συνέδριο τέθηκαν ὡς θέματα πρὸς συζήτηση,: α) «περὶ προσκλήσεως στὴν ἑνότητα«, β) «περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ διαγγέλματος τοῦ Εὐαγγελίου», γ)  «περὶ τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ περὶ τοῦ κοινοῦ Συμβόλου Πίστεως» δ) «περὶ τοῦ ὑπουργήματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν μυστηρίων» καὶ τέλος ε) «περὶ τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας». Κατά τὶς συζητήσεις διαμορφώθηκαν τρεῖς τάσεις: Ἡ μία ἐκπροσωποῦσε τὴν «παραδοσιακὴ θεολογία» τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἡ δεύτερη διατυπώθηκε ἀπὸ τὴν  «συντηρητικὰ μεταρρυθμισμένη θεολογία» ἐκ μέρους τῶν Ἀγγλικανῶν καὶ ἡ τρίτη προερχόταν ἀπὸ τὴν «ἐντελῶς φιλελεύθερη θεολογία»,  ποὺ ὑποστηρίχθηκε ἀπὸ τοὺς άκραίους Προτεστᾶντες. Αὐτὲς οἱ τρεῖς τάσεις κυριαρχοῦν γιὰ χρόνια μέσα στὶς συνάξεις τῶν χριστιανῶν

               Τὶς ὀρθόδοξες θέσεις τὶς ἀνέπτυξε τὴν πρώτη ἡμέρα ὁ Θυατείρων Γερμανὸς ποὺ διευκρίνησε ποιὸ περιεχόμενο δίδει σ’ αὐτές ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, κάτι ποὺ ἐνθουσίασε ὅλους τοὺς παριστάμενους ἀντιπροσώπους. Ὅμως στήριξε τὴν ἀφοσίωση τῶν Ὀρθοδόξων στὴν διδασκαλία τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας τῶν ὀκτῶ πρώτων αἰώνων καὶ στὴν ἐκκλησιολογία τοῦ ἑνὸς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πρέπει νὰ ἔχει  ὡς προϋπόθεση  τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως. Ἀκόμη πρόσθεσε, πὼς δὲν ὑπάρχει γνήσιος ὀρθόδοξος θεολόγος ποὺ νὰ παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ καὶ γι’ αὐτὸ κατατέθηκαν στὸ Συνέδριο αὐτὲς οἱ ὀρθόδοξες θέσεις. Οἱ Διαμαρτυρόμενοι συμφώνησαν μόνον μὲ τὴν ὀρθόδοξη θέση στὸ «περὶ κλήσεως γιὰ τὴν ἑνότητα» καὶ στὴν  ὁλομέλεια τοῦ Συνεδρίου δέχθηκαν πλήρως καὶ τὸ μήνυμα: «περὶ ἐπαναευαγγελισμοῦ τῶν λαῶν». Στὰ λοιπὰ διατύπωναν τὶς γνωστὲς ἀπὸ ἄλλοθεν ἀπόψεις τους ποὺ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, κάτι ποὺ ἀνάγκασε τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ζητοῦν τὴν καταγραφὴ τῶν ἀντιρρήσεών τους στὰ Πρακτικά. Μὴ ἀρκεσθέντες μόνον σ’ αὐτὸ οἱ Ὀρθόδοξοι κατέθεσαν γιὰ πρώτη φορὰ μιὰ ἱστορικὴ δήλωση, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 «μὲ σύντομη κριτικὴ ἐπὶ τῶν κατατεθέντων σκέψεων τῶν ἀντιπροσώπων ποὺ ἀποκλείνουν  τῆς  Ὀρθοδοξίας». 

     Στὴν κατατεθεῖσα κοινὴ δήλωση τῶν Ὀρθοδόξων  ἀναφέρθηκε ὃτι : «Οἱ βάσεις ποὺ τέθηκαν γιὰ τὴν διατύπωση κοινῶν προτάσεων καὶ ἐπιψηφίστηκαν ἀπὸ τὴν πλειονοψηφία ἀποκλίνουν σὲ πολλὰ σημεῖα ἀπὸ τὶς ὀρθόδοξες ἀρχὲς.  Ἡ Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία μὲ τὰς Συνόδους της ἔχει καταστήσει δογματικὲς ἀρχὲς ποὺ εἶναι  ὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅλους ὅπως εἶναι ἡ κοινὴ πίστη καὶ ἡ ὀρθόδοξη ὁμολογία ποὺ ἀποτελοῦν προϋποθέσεις γιὰ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία. Ἡ ἀποχὴ τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ τὶς ψηφοφορίες ἔχει τὴ σημασία πῶς θεωροῦν ἀνεπαρκῆ τὴν ἐξέταση αὐτῶν ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως καὶ στὸ μόνο ποὺ συμφωνοῦμε εἶναι ἡ ἐπίτευξη συνεργασίας τῶν Ἐκκλησιῶν στὸ κοινωνικὸ καὶ ἠθικὸ πεδίο μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης». Ἐπίσης δηλώνεται ὅτι: «ἡ Ὀρθοδοξία δὲν θὰ παύσει νὰ προσεύχεται  καὶ νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν ἐμπιστευόμενη τὶς ἐξελίξεις στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ καθοδηγεῖ πάντα τὴν Ἐκκλησία σὲ κάθε ἀλήθεια». 15 

               Μετά τη δήλωση αὐτὴ ἡ διαμαρτυρόμενη πλειονοψηφία ἔθεσε ἕνα βασικὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ φύση τῆς ἑνότητος τῶν χριστιανῶν ποὺ ἀναζητεῖται ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες μέσω τῶν συναντήσεων και συνεδρίων  στὶς ὁποῖες διαλέγονται καὶ συμπράττουν γιὰ τὴν ἐπίτευξη αὐτοῦ του στόχου τῆς ἑνότητας.  Οἱ Ὀρθόδοξοι τότε διαπίστωσαν πόσο δύσκολο εἶναι νὰ τιθασευθεῖ ἡ προτεσταντικὴ ἐλευθεριότητα ποὺ διαγράφει ὅλη τὴν παράδοση καὶ τὴν ἰστορικὴ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, ὡσὰν ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀνακαλύφθηκε τὸν 16ο αἰώνα!  Τέλος ἀποδείχθηκε πὼς πρέπει νὰ ἐνθαρρυνθεῖ κυρίως ἡ ἐπανασυνάντηση τῶν χριστιανῶν  μὲ συγγενεῖς ἀρχὲς καὶ διδασκαλίες, ὃπως εἶναι οἱ Ἐλάσσονες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, μὲ τις ὁποῖες  θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ἡ βάση γιὰ τὴν ἐπίτευξη κάποτε τῆς ἑνότητος. Τὸ θετικὸ εἶναι ὃτι  ἡ ἐπαφὴ μὲ ἐκπροσώπους τους  ἄνοιξε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἀνεπίσημο ἐπίπεδο τὴν  προοπτικὴ διαλόγου καὶ ἔδωσε σὲ ὅλους νὰ καταλάβουν: «ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει συνείδηση πῶς κατέχει τὴν αὐθεντικότητα τῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ καὶ  τὴν πληρότητα τῆς ἀληθείας τῆς ἀρχαίας Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Οἱ συμμετοχὲς τῶν Ὀρθοδόξων στὶς Διασκέψεις δὲν γίνεται σὲ άναζήτηση μιᾶς δογματικῆς «ἐλαχιστοποιήσεως» τῶν διαφορῶν ἣ μία διομολογιακή κράση ἢ ἀκόμη καὶ συμβιβασμός, ἀλλὰ και οὒτε ἀδιαφορία γιά τὶς βασικές δογματικές ἀλήθειες τῆς Ἐκκλησίας.  

                            « Εὐλογημένη καὶ τελεσφόρα η νέα  χρονιά του 2022 »   Α.Π.

  1. Βλ. Συνοδικὸν τ. Β΄. σσ. 192-193.
  2. Γ. Τσέτση. Ἡ Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου  στὴν ἵδρυση τοῦ Π.Σ. Ἐκκλησιῶν.

Κατερίνη. 1988. σσ.51-71.

  • «Συνοδικόν». τ. Β΄, σσ.484-490 καὶ τὸ κείμενο Ι. Καρμίρη. Τὰ Συμβολικὰ καὶ Δογματικὰ

 Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Α΄ ΄ἔκδ., ἐν Ἀθήναις 1953, σέλ. 957-960, Β΄ ἔκδ.., σέλ, 1055-1056 καὶ Γ.Τσέτση. Οἰκουμενικὸς Θρόνος καὶ Οἰκουμένη. Ἐπίσημα κείμενα. Κατερίνη .1989,  σσ. 58-64, ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ μὲ τὴν Ἐγκύκλιο  βιβλιογραφία.  

   5.     Ἐφεσ. γ΄. 6

  6.    Ἀρ. Πανώτη. Παῦλος Στ΄- Αθηναγόρας. Εἰρηνοποιοὶ  Ἀθῆναι 1971 σ.σ. 25-27.

   7.   Φιλάρετος Βαφείδης. Ἀποσημειώματα: Ἐντυπώσεις τῆς ἐν Λάμπεθ-Πάλας Πατριαρχικῆς

         Ἀποστολῆς. «Νέος Ποιμὴν» Κπ. τ.3. (1921),σσ. 43-71,180-190, 209-226.

   8.   Βασ. Σταυρίδης. Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Ἀθῆναι 1964.σσ. 40-41.

   9.    Α.Π. «Συνοδικὸν» . τ. Β΄ σσ. 532-533.καὶ-568.567.

 10.   Τότε  προέκυψε ἡ σκληρότης τῶν Ἂγγλων κατὰ τῶν Κυπρίων ἀγωνιστῶν μὲ τὴν ὑπογραφὴ

         τῆς βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, «Κεφαλῆς» τῆς Ἀγγλικανικῆς Ὁμολογίας καὶ ἀνεστάλησαν

          οἱ  ἐγκάρδιες σχέσεις. 

11.    Θ.Η.Ε. τ.Α΄. στ. 83-84

12.  Α.Π. «Συνοδικόν» τ. Β΄, σσ. 486.

13.  Ἀμιλ. Ἀλιβιζᾶτος, Αἱ σύγχρονοι εἰρηνευτικαὶ τάσεις καὶ τὰ ἐν Στοκχόλμῃ συνέδρια,

        Ἀθῆναι 1927.

14.  Β. Σταυρίδη. Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. ο.π. σσ. 85 καὶ Γ. Τσέτση, ο.π. σσ. 100-102.

15. Δήλωση αὐτὴ σαφέστατα διευκρινίστηκε ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους μετά δεκαετία τὸ 1937

      στὸ συνέδριο του Ἐδιμβούργιου ὃταν δηλώθηκε ὃτι:Ἡμεῖς  ἐμμένομεν  εἰς τοῦτο : ἡ μυστηριακὴ   

      κοινωνία (intercommunio) πρέπει νὰ θεωρηθεῖ  ὡς τὸ ἐπιστέγασμα γνήσιας καὶ πραγματικῆς

      ἑνώσεως, ἐφ’ ὃσον θὰ ἒχει αὐτὴ ἐπιτευχθεῖ  διὰ θεμελιώδους συμφωνίας ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς

     πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. Ἡ Μυστηριακὴ συμφωνία δὲν πρέπει να λογίζεται

     ὡς μέσον γιὰ την ἑνότητα, ἀλλὰ ὡς τὸ ἐπιστέγασμα τῆς κοινής Ὁμολογίας πίστεως. Γεώργιος

     Τσέτσης Ἡ Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν ἳδρυση τοῦ Π.Σ. Ἐκκλησιῶν.

     Κατερίνη. 1988. σσ. 102-110. ὃπου καὶ   πλήρης  Βιβλιογραφία