Ἡ Μητέρα Ἐκκλησία ἦταν καὶ παραμένει πάντα τὸ στυλωτικὸ «Ραβδί» τοῦ Γένους


«Ὁ Κύριος εἶπε στὸν Μωϋσῆ: Πάρε τὸ ραβδί σου καὶ συγκάλεσε τὴν κοινότητα ἐμπρὸς στὸν βράχο καὶ μίλησέ του ἐμπρός τους καὶ θὰ δώσει νερὸ σὲ αὐτοὺς καὶ στὰ ζώα τους» (Ἀριθμοὶ κ΄, 7-8). Κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «Ὁ βράχος αὐτός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὅλοι ἤπιαν τὸ ἴδιο θεόσταλτο νερὸ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς» καὶ τὸ «ραβδὶ» εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία Του (Α΄ Κορ. ι΄, 2-4). Μικρογραφία ἐκ τῆς «Ὀκτατεύχου» (Fol. 163 r) τῆς μονῆς Βατοπεδίου Ἁγίου Ὄρους, τοῦ 13ου αἰώνα. 

Ὁ Βιβλικὸς αὐτὸς Λόγος ἐπαληθεύτηκε μὲ τὰ ὅσα συνέβησαν τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ 20οῦ αἰώνα στὴν Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία μὲ τὸν Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Εἰδικότερα τὸ Γένος τῆς «Ρωμιοσύνης» ἔχει ἐκ παλαιοῦ «ἱερὴ σχέση» μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ποὺ «στύλωσε» μὲ τὴν ἀποστολικότητα τοῦ «Στύλου» ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία καὶ συνεχίζει νὰ παραμένει μέχρι σήμερα ἡ ἀρχαιότατη ὀργανωμένη χριστιανικὴ «Κοινωνία» ἐπὶ τῆς θρακικῆς γῆς, θεμελιωμένη στὸν Βράχο μὲ τὸ στυλωτικὸ «ραβδὶ» τῆς Ἐκκλησίας ποὺ συνάγει στὸ μυστήριο τῆς «εὐστάθειας» καὶ τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως ποὺ εἶναι «ὁ Βράχος τοῦ Χριστοῦ».   

Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ «ἐθνικισμοῦ» στὴν διαχείριση τοῦ λεγομένου «Προνομοιακοῦ Ζητήματος» ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντες τὴν Τουρκία ἦταν ἀντίθετη μὲ ὅ,τι πρόσφερε μετὰ τὸ 1453 ὁ σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ στοὺς λαοὺς τῆς νέας ἐπικράτειάς του «ὡς Ἀμηρὰς Τούρκων καὶ Ρωμαίων» ὁ ὁποῖος γιὰ νὰ ἀπομονώσει τοὺς Ὀρθοδόξους Ρωμιοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς χριστιανοὺς τῆς Εὐρώπης πρόσφερε τὴν προστασία τῆς «αὐτονομίας» στὰ «θρησκευτικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ» ζητήματα γιὰ νὰ μὴν ἀποσβεστοῦν ἀπὸ τὴν μνήμη τῶν Ἑλληνορθοδόξων τὰ ἄθλια συμβάντα τῆς περιόδου τῆς «Φραγκοκρατίας» (1204-1261).  Πολλοὶ ὅμως διάδοχοι τοῦ «Πορθητὴ» δὲν πρόσεξαν  τὴν ἀξία αὐτῆς τῆς εὐφυοῦς «μέριμνάς» του γιὰ τοὺς χριστιανικοὺς πληθυσμοὺς τῆς ἐπικράτειάς του καὶ τὴν καταστρατήγησαν μὲ τὶς βιαιότητες τῶν ἐξισλαμισμῶν μέχρι ποὺ ἔχασαν τὴν στρατιωτικὴ ἰσχὺ καὶ ἡ ἐξουσία τους συσπειρώθηκε ὅταν ἀφυπνίστηκαν ἐθνικὰ οἱ Ἕλληνες τὸν Μάρτιο τοῦ 1821. Τότε ἡ Ὑψηλὴ Πύλη γιὰ νὰ προλάβει τὸ ξύπνημα τῶν λαῶν τῆς Βαλκανικῆς χερσονήσου ἄρχισε τὶς «Μεταρρυθμίσεις» (Τανζιμάτ) πρὸς ἐκσυγχρονισμὸ ἀπὸ τὸ 1839 μέχρι τὸ 1856. Ὅμως μετὰ τὴν «Συνθήκη τοῦ Βερολίνου» τοῦ 1878 τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἀναθεωρεῖται «Συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου» καὶ παραχωρεῖται πλήρης ἀνεξαρτησία στὴν Σερβία, στὴν Ρουμανία καὶ στὸ Μαυροβούνιο. Αὐτὲς οἱ ἀνεξαρτησίες συνετέλεσαν ἀπὸ ἀντίδραση στὴν ἄνοδο τῶν ἐθνικιστικῶν αἰσθημάτων τῶν Νεότουρκων καὶ ὁ Σουλτάνος Ἀβδοὺλ Χαμὶτ ὁ Β΄ ἀγκάλιασε τὴν εὐκαιρία καὶ ἀποφασίζει τὸν περιορισμὸ τῶν προνομίων ποὺ εἶχαν οἱ χριστιανικοὶ πληθυσμοὶ τῆς αὐτοκρατορίας, λόγῳ τοῦ ὑψηλότερου μορφωτικοῦ τους ἐπιπέδου, ἄρχισε νὰ προσπερνάει τὴν μουσουλμανικὴ πλειοψηφία, ὁδηγῶντας σὲ μεγάλη δυσαρέσκειά της. Ἔτσι δημιουργεῖται τὸ γνωστὸ ὡς «Προνομιακὸ Ζήτημα» ἐπὶ τῆς πρώτης πατριαρχίας τοῦ Ἰωακεὶμ Γ΄ μὲ τὴν προοπτικὴ τὴν πλήρη κατάργηση τῶν «Προνομίων». Αὐτὰ ἀναφέροντο σὲ θέματα: ἐκπαιδεύσεως, κλητεύσεως κληρικῶν, διαζύγια, κοινωνικῆς πρόνοιας μὲ γηροκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα καὶ πτωχοκομεῖα. Τὸ 1883 παραιτήθηκε ὁ Ἰωακεὶμ Γ΄ προκαλῶντας διεθνὲς ζήτημα. Τὸν διαδέχθηκε ὁ πατριάρχης Ἰωακεὶμ Δ΄ ὁ Χῖος καὶ τοῦτον πάλιν ἀποχωρίσαντα λόγῳ ἀσθενείας διαδέχθηκε ὁ δυναμικὸς καὶ ἀνδρεῖος πατριάρχης Διονύσιος Ε΄, ποὺ καλεῖ σὲ κοινὴ συνέλευση τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου καὶ λαοῦ ὅπου ἀποφασίστηκε τὸ κλείσιμο τῶν ἱερῶν ναῶν, πλὴν τῆς τελέσεως τῶν κηδειῶν. Τότε ἄρχισε  ἡ δεύτερη φάση τοῦ «Προνομιακοῦ ζητήματος» καὶ ἡ πατριαρχικὴ ἀντίσταση προκάλεσε τὴν παρέμβαση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τοῦ τσάρου καὶ ὁ σουλτάνος ὑποχώρησε καὶ οἱ ναοὶ ἄνοιξαν καὶ οἱ Χριστιανοὶ συνέχιζαν τὴν κατὰ παράδοση πνευματικὴ καὶ κοινωνικὴ ζωή τους καὶ ἑορτάστηκαν λαμπρὰ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1890. Ὅμως αὐτὴ ἡ δικαίωση τῶν Ἑλληνορθοδόξων  συνήγειρε καὶ τὸν ἀρμενικὸν χριστιανικὸν λαὸν καὶ οἱ Νεότουρκοι ἄρχισαν τὴν σκληρὴ καταστολὴ μὲ βίαιες διώξεις καὶ σφαγές, ποὺ ἄρχισαν τὸ 1894-1896 στὸ Χαμιντιάν. Τὸ «Προνομιακό ζήτημα» τοῦ παρελθόντος εἶναι ἡ σημερινή θέση τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου γιὰ τὰ «Ἀνθρώπινα δικαιώματα», ποὺ ἀποτελοῦν πανανθρώπινο αἲτημα τῶν λαῶν.Τὸ 1908 ἐμφανίστηκε ὀργανωμένο τὸ Νεοτουρκικὸ κίνημα μὲ τὶς νέες φιλελεύθερες ἐπαγγελίες καὶ ὡς ἔμβλημα τὴν «Προόδο καὶ τὴν Ἰσότητα» ὅλων τῶν ὑπηκόων στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία. Αὐτὸ παραπλάνησε τὴν Ὁμογένεια τῶν Ρωμιῶν καὶ ὅλους τοὺς μὴ μουσουλμάνους ὀθωμανοὺς πολῖτες καὶ προβλημάτισε τὸ Φανάρι. Ὁ διορατικὸς πατριάρχης Ἰωακεὶμ Γ΄, στὴν δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912), εἶπε στὴν ὁμογένεια: «Προσέξατε! γιατὶ τώρα κτίζεται ἡ νέας μορφῆς ὑποδούλωση τοῦ Γένους μας»! Αὐτὸς ἦταν ὁ ὑποχρεωτικὸς «ἐξοθωμανισμὸς» μὲ οἱονδήποτε θεμιτὸ ἢ ἀθέμιτο τρόπο, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴν ριζικὴ ἐξαφάνιση τῆς πολυφυλετικῆς καὶ πολυθρησκευτικῆς συνθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Τουρκίας πρὸς πλήρη «ὁμογενοποίησή» του1. 

Ἡ ὀργὴ τῆς ἀλληλοεξοντώσεως τῶν ἀντιπάλων Συμμαχιῶν τοῦ Α΄ Παγκοσμίου πολέμου βάδιζε στὴν λήξη της καὶ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1918  ὁ 28ος  πρόεδρος τῶν Η.Π.Α. Θωμᾶς Οὐΐλσον (1856-1924) παρεμβαίνει μὲ τὴν «Διακήρυξή» του ὡς δημοκρατικὸς πολιτικὸς καὶ ὑπόσχεται στὴν ἀνθρωπότητα τὴν ἐλεύθερη πλεύση στὶς θάλασσες τοῦ πλανήτη μας, τὴν αὐτοδιάθεση τῶν λαῶν, καταδικάζοντας κάθε μορφὴ  ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἰσχυροῦ κράτους στὸ ἀδύνατο κράτος καὶ μὲ ρεαλιστικὸ εἰρηνευτικὸ φρόνημα πρῶτος εἰσηγήθηκε τὴν ὀργάνωση τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν» στὴν πόλη τῆς Γενεύης τῆς Ἑλβετίας, ὡς διεθνοῦς ὀργάνου διαιτησίας στὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν ἐθνῶν. Σὲ λίγους μῆνες, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1918 τερματίστηκε ὁ Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος καὶ τὰ πρώην ἐμπόλεμα ἔθνη κλήθηκαν νὰ συναντηθοῦν γιὰ νὰ διευθετήσουν εἰρηνικὰ τὶς διαφορές τους. Τὸ συμφιλιωτικὸ αὐτὸ πνεῦμα ἁπλωνόταν παντοῦ καὶ συνετέλεσε στὸ νὰ φανερωθοῦν σὲ διάφορους τόπους τὰ ἐπιβιώσαντα φιλάδελφα αἰσθήματα, μήπως παύσει καὶ τὸ χρόνιο μῖσος μεταξὺ τῶν χριστιανῶν καὶ  «γεφυρωθοῦν» οἱ ἀντιθέσεις ὥστε καὶ πάλι νὰ ἐπικρατήσει πλέον τό: «εἰρήνη ὑμῑν» τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητές του (Λουκ. κδ΄, 36∙ Ἰω. κ΄, 19). Γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ πνεῦμα τῆς «καταλλαγῆς» στὶς διεκκλησιαστικὲς σχέσεις τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον κατέθεσε τὶς ὀρθόδοξες σκέψεις του στὴν περίφημη «Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο» τοῦ 1920 ποὺ εἶναι κείμενον τῆς Τοποτηρησίας τοῦ Θρόνου ἐπὶ τοῦ  Προύσης Δωροθέου στὸ ὁποῖο καταγράφηκαν οἱ βασικὲς ἀρχὲς τῆς συμφιλιώσεως τῶν χριστιανῶν κατὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.

Ἡ πρωτοβουλία αὐτὴ ἄνοιξε τὸν ὁρίζοντα τῶν διεκκλησιαστικῶν σχέσεων τὴν περίοδο τοῦ Μεσοπολέμου, ὥστε μετὰ τὸν φονικὸ Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ πάλι τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐπανασυνάντηση τῶν χριστιανῶν καὶ στὶς 23 Αὐγούστου τοῦ 1948 συνεστήθη τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.). Αὐτὸ ἀρχικὰ  ἔλαβε μορφὴ διεθνοῦς ὀργανώσεως πρὸς περίθαλψη κυρίως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν τῶν πληγέντων ἀπὸ τὴν νέα συμφορὰ τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως στάθηκε ὡς ἱδρυτικὸ μέλος τῆς κινήσεως αὐτῆς πρωτοπόρος καὶ σήμερα οἱ πλεῖστες τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν συμμετέχουν στὸ Π.Σ.Ε., καθὼς καὶ ἡ «Ἀγγλικανικὴ Κοινωνία» καὶ ἐκ τῶν λεγόμενων Διαμαρτυρομένων Ἐκκλησιῶν ὅσες  πλήρως ἀποδέχονται τὴν ἀποστολικὴ πίστη,ποὺ ὁριστικὰ διατυπώθηκε στὰ 12 ἄρθρα στὴν «Ὁμολογία Πίστεως», ὑπὸ τῶν δύο πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Νικαίας (325) καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (381)3.

Ὁ  Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄, παρακολουθοῦσε τὸ διεθνὲς ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ πεπραγμένα τῆς πρώτης ἐν Νικαίᾳ Συνόδου ὡς ὁ «ἔσχατος πρώην Νικαίας»4 καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ τιμηθεῖ αὐτὴ ἡ ἐπέτειος πολὺ πέραν τοῦ ἑορτολογικοῦ καθορισμοῦ της πέραν τῆς «Ἀναλήψεως» τὴν 17η Κυριακὴ πρὸ τῆς «Πεντηκοστῆς». Τὸ 1925 συνέπιπτε μὲ τὰ 1600 χρόνια ἀπὸ τὴν σύγκληση αὐτῆς τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἡ μνήμη τῶν χριστιανῶν πρέπει νὰ  πληροφορηθεῖ τὶς θεσμικὲς ρυθμίσεις ποὺ τότε ἐλήφθηκαν καὶ στήριξαν διαχρονικὰ τὸ «ἵνα ὦσιν ἓν» τῶν χριστιανῶν τῆς Οἰκουμένης. Ὅταν τὸν Ἰούλιον τοῦ 1925 ἐξελέγει ὁμόφωνα Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ὁ Βασίλειος Γ΄ στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του ἐδήλωσε: «ὅτι θὰ καταβάλει μὲ τὶς ἀσθενεῖς του δυνάμεις πιστὴν ἐκτέλεση τῶν καθηκόντων τοῦ ὑψηλοῦ ὑπουργήματός του» καὶ τοῦτο διότι ἡ εὐθύνη τοῦ «Πρώτου» τῆς κατ’ Ἀνατολὰς Ἱεραρχίας εἶναι καθορισμένη ὑπὸ οἰκουμενικῶν συνοδικῶν θεσπισμάτων ποὺ ἀνατέθηκαν στὸν θρόνον του διὰ τῆς κληρονομίας τῶν «πρεσβείων» τοῦ ἐκ παλαιοῦ ἐπισκόπουτῆς «προκαθημένης τῆς Ἀγάπης» Παλαιᾶς Ρώμης καὶ τὶς ὁποῖες ὡς ὁ δεύτερος κατὰ τὴν Τάξη τῶν Θρόνων πατριάρχης τῆς Νέας Ρώμης. Ἐξ αὐτοῦ καὶ μὲ εὐφυΐα καὶ ὀξυδέρκεια ἔστρεψε τὴν  πατριαρχικὴ περίνοιά του στὴν περιφρούριση τῆς «εὐστάθειας» τῆς Δικαιοδοσίας του μετὰ «τὶς ἀνακατατάξεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὁρίων τῶν χωρῶν», ποὺ προκάλεσε ὁ Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος καὶ ἡ «Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ» τοῦ 1922. Ὁ Βασίλειος Γ΄ δὲν ἦταν μόνον ὁ Καινοδιαθηκολόγος ποὺ πάντα δίδασκε τοὺς μέλλοντες θεολόγους ἀλλὰ καὶ ὁ μύστης τῶν συνοδικῶν ἐμπειριῶν του καὶ θέλησε ἐπίμονα νὰ στηρίξει τὴν «εὐστάθεια» τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω στὶς ἀπαράβατες τρεῖς ἀρχὲς ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὰ πεπραγμένα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ εἶναι:

α) Ἡ «Ὁμολογία Πίστεως» Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους τοὺς χριστιανούς. Τὸ θεμελιῶδες δόγμα ποὺ διατυπώθηκε στὸν Ἴδιο τὸν Χριστὸ ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸν Πέτρο εἶναι: «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ιστ΄, 16∙ Μάρκ. η΄, 29 καὶ Ἰω. στ΄, 69). Αὐτὴ ἡ ὁμολογία ἀπετέλεσε καὶ τὸ κύριο θέμα τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων τὴν Πεντηκοστή (Πράξ. β΄, 48). Ὅμως αὐτὴ ἡ πεποίθηση τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ στάλθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐξ αὐτοῦ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Τριαδικὴ καὶ ἀρχαιόθεν ἐξ αὐτοῦ βαπτισματικὴ κατ’ ἐντολὴ τοῦ Ἰδίου (Ματθ. κη΄, 19), προκειμένου  νὰ συναχθεῖ εἰς «Ἓν» ἡ Ἐκκλησία Του. Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως στὴν Ἁγία Τριάδα εἶναι κοινὸς κρίκος στὴν Ἐκκλησία πρὸ καὶ μετὰ τὸ σχῖσμα5.

β) Τὰ ὅρια τῶν «Δικαιοδοσιῶν» εἶναι ἀπόλυτα σεβαστὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν παλαιότητα χρήσεως «τῶν ὁρίων», παρακολουθοῦμε ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν εἰρηνικὴ συμβίωση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, τόσον πρὸς διασφάλιση τοῦ δικαιώματος ἰδίας κτήσεως ἐδάφους-γῆς, ὅσον καὶ ὡς πανάρχαιο χαρακτηριστικὸν ἐκ τῆς κληρονομίας τῶν Μονοθεϊστικῶν θρησκευμάτων. Ἡ Βιβλικὴ παράδοση εἶναι σαφὴς ὅταν μνημονεύει: «ὅτε διεμέριζεν ὁ ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱοὺς Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν» (Δευτερονόμιον λβ΄, 8) καὶ ὁ Δαβὶδ ἐπεξηγεῖ ὅτι τέθηκαν αὐτά: «τὰ ὅριά σου πρὸς Εἰρήνην» τῶν λαῶν[Ψαλμὸς ΡΜΖ΄ (147), 3],δεδομένου ὅτι ὁ Ὕψιστος «ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν» [Ψαλμὸς ΡΓ΄ (103), 9].  Ἀπὸ δὲ τὸν Νόμον τῆς Πεντατεύχου μαθαίνουμε τὴν «πρώτην» μέτρησιν τῶν ὁρίων ποὺ ἐπιζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἐφρὼν ὁ γενάρχης τῆς πίστεως στὸν «Ἕνα Θεὸν» πατριάρχη Ἀβραὰμ καὶ συζητᾶ τὴν ἀξίαν καὶ τὰ «ὅρια» τοῦ πρὸς ἀγορὰν κτήματος τοῦ πρώτου στὸ σπήλαιο Μαχπελὰ στὴν Χεβρὼν γιὰ νὰ ἐνταφιάσει ἐκεῖ τὴν σύζυγό του Σάρρα (Γέν. κγ΄, 17). Καὶ μετὰ ὅλα αὐτὰ ἔρχεται δὶς νὰ καθωρίσει ὁριστικὰ τὰ «ὅρια» ἡ γνωμικὴ ποίηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ λέγουσα: «μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες σου» καὶτὸ «μὴ μεταθῆς ὅρια αἰώνια, εἰς δὲ κτῆμα ὀρφανῶν μὴ εἰσέλθεις» [Παροιμίαι κβ΄, (22) 28 καὶ κγ΄, (23) 10]6.

γ) Τὸ κοινὸν Πάσχα εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς «θείας λατρείας». Ἡ λατρεία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία ἁπλῆ ἐξωτερικὴ ἔκφραση τῆς διαχρονικῆς εὐλαβείας της. Εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν διδασκαλία της καὶ τὴν οὐσία τῆς Ἐκκλησιολογίας της ἡ ὁποία καὶ μυστικὰ παιδαγωγεῖ καὶ ἁγιάζει τοὺς πιστοὺς στὸ μυστήριον τῆς παρουσίας ἐπὶ τῆς γῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ καθόλου λατρευτικὴ οἰκοδομὴ δὲν ἀποτελεῖ σκηνοθετημένη ἀπόπειρα ἐκφράσεως θείας λατρείας, ἀλλὰ μία πηγαία ἐπαναλειπτικὴ συνέχεια ἐπικοινωνίας μὲ τὰ πάνσεπτα πρόσωπα τοῦ «Ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ». Ἡ ἀποστολὴ τοῦ δευτέρου προσώπου πιστοποιεῖται μὲ ἐκείνη τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι: «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν» (Α΄ Κορ. ιε΄, 14)7.

Τὸ σκληρὸ Νεοτουρκικὸ στρατιωτικὸ καθεστὼς τοῦ Μουσταφὰ Κεμὰλ εἶχε πλέον ἐγκατασταθεῖ στὴν Ἄγκυρα τὸ 1923 καὶ ἐπιχείρησε νὰ κλονίσει τὸ θεσμικὸ κῦρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου στὸν ὀρθόδοξο κόσμο, μήπως ἐξ αὐτοῦ ἀναγκαστεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸν προσφυγικὸν κόσμο καὶ αὐτοεξωριστεῖ ἀπὸ τὴν γενέθλιον Πόλη του, τὴν Κωνσταντινούπολη8. Ὅμως ὁ γεραρὸς Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄, ὡς πραγματικὸς ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξωνἐξέφρασε τὸ γνήσιον εὐγενὲς ἐκκλησιαστικό του φρόνημα, ἔναντι τῆς κρατούσης πλέον κυβερνητικῆς γραμμῆς, ποὺ στόχευε καὶ στὴν διακοπὴ τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Φαναρίου στὴν διαχρονικὰ ὑπάρχουσα ἐκεῖ «Ρωμιοσύνη». Ὁ Πατριάρχης σὲ ἀπάντηση δραστηριοποίησε τὴν προετοιμασία συγκλήσεως τῆς Διορθοδόξου Διασκέψεως παρωτρύνοντας τοὺς ἐπιστημονικοὺς κύκλους τῶν Ὀρθοδόξων νὰ εἰσφέρουν στὸ «θεματολόγιο» μὲ τὶς εἰσηγήσεις τους,ὅπως πράττει ὁ Βουκουρεστίου Μύρων καὶ οἱ συνεργάτες του. Ἡ ἀντιπατριαρχικὴ στάση τῆς Ἄγκυρας ἦταν ἄτεγκτη σὲ κάθε τι ποὺ ἔδειχνε ἀναγνώριση τῆς οἰκουμενικῆς ἀποστολῆς τοῦ Φαναρίου καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀποκλείστηκε κάθε  Διορθόδοξος ἑορτασμὸς τῆς ἱστορικῆς ἐπετείου τῶν 1600 χρόνων καὶ ὁ Πατριάρχης ἐνέταξε τὸν ἑορτασμὸν κατὰ τὴν ὀρθόδοξη τάξη μόνον στὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ μὲ τὴν παρουσία μόνον τῶν μὴ ἐκδιωχθέντων ἐκ τῆς καθέδρας τοῦ Πατριαρχείου ἱεραρχῶν τοῦ Θρόνου. Μὲ τὸν ἑορτασμὸν αὐτὸν τὸ Φανάρι ἔδειξε στὴν Οἰκουμένη ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παρὰ τὰ πολεμικὰ δεινὰ ποὺ ὑπέστη καὶ τὴν χείριστη μεταχείρισή της ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες ζεῖ ἔμπρακτα τὴν τιμὴ τῆς διεθνοῦς ἀναγνωρίσεως ὅτι εἶναι ὁ ὑπερσυνοριακὸς διαχρονικὸς θρησκευτικὸς θεσμὸς ποὺ εἶναι κατοχυρομένος ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες καὶ νομικὰ στὶς διεθνεῖς Συνθῆκες τῶν προηγούμενων αἰώνων, ἀκόμη δὲ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν «Συνθήκη τῆς Λωζάννης». Παρ’ ὅλες αὐτὲς τὶς παρεμβάσεις τῆς Ἄγκυρας, τὸ Φανάρι συνεχίζει νὰ προωθεῖ τὸ Διορθόδοξο αἴτημα γιὰ τὴν Προσύνοδο.

Τότε ἐξέδωσε: τὸ «Διάγραμμα ἐργασιῶν τῆς μελλούσης, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 1925». Στὸ τεῦχος αὐτὸ γνωστοποιεῖται διάγραμμα τῶν ζητημάτων ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ ποὺ διαιρεῖται σὲ Γενικὸν καὶ Μερικὸν μέρος. Στὸ πρῶτο μέρος ἀναφέρεται πὼς θὰ μελετηθεῖ ἡ ἀναθεώρηση τῶν «ἐν ἐνεργείᾳ» Ἱερῶν Κανόνων ὥστε νὰ ἐπισημανθοῦν οἱ παρεμβολὲς τρεχόντων ζητημάτων ποὺ νόθευσαν τὸ γνήσιο πνεῦμα τοῦ κανόνα καὶ διαχρονικὰ ἔπαυσαν νὰ ἰσχύουν στὴν Ἐκκλησία, καθὼς καὶ ἡ ἐπανερμηνεία διαφόρων κανονικῶν διατάξεων, ποὺ τέθηκαν σὲ ἐποχὲς ἀντιρρητικῶν ἀνταγωνισμῶν ποὺ δὲν συντελοῦν πλέον στὴν ἐν ἀγάπῃ καταλαγὴ τῶν χριστιανῶν. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐντύπου ὡςτὸ «Μερικὸν» περιλαμβάνει δογματικά, διοικητικὰ καὶ ὀργανωτικὰ ζητήματα, καθὼς καὶ ἐκεῖνα τῆς θείας λατρείας, ὅπως περὶ τοῦ κηρύγματος, τῶν νηστειῶν, τῆς Κυριακῆς ἀργίας, τῆς ἡμερολογιακῆς προσαρμογῆς, τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς οἰκογενειακῆς καὶ ἀγάμου ζωῆς, ὅπως καὶ ἄλλα ἠθικοκοινωνικὰ θέματα. Ἀκόμη δὲ καὶ περὶ τῆς περιβολῆς τοῦ ἱεροῦ κλήρου, καὶ τὰ λοιπὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους μήπως παύσουν νὰ αὐτοσχεδιάζουν οἱ Τοπικὲς Ἐκκλησίες  διάφορες κατ’ ἰδίαν «μεταρρυθμίσεις», ποὺ φυγοκεντρίζουν πολλοὺς κληρικοὺς ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Συγγραφέας αὐτοῦ τοῦ ἐντύπου εἶναι ὁ θρακιώτης μητροπολίτης Φιλάρετος Βαφείδης (1850-1933), παλαιὸς διδάκτορας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τῆς Λειψίας (1875) καὶ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (1875-1888) καὶ μετὰ μητροπολίτης Τραπεζοῦντος, Καστοριᾶς καὶ στὸ τέλος Διδυμοτείχου,  διαμένων μετὰ τὴν αἰχμαλωσία του ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους τὸ 1918 στὴν Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ἐδημοσίευσε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1919-1927 πολλὲς μελέτες του ἐπὶ τῶν ἐπικαίρων ζητημάτων τῆς Ἐκκλησίας στὸ περιοδικὸ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης «Γρηγόριος Παλαμᾶς» καὶ τὸ 1928 τιμῆς ἔνεκεν ἐξελέγη μητροπολίτης «Γέρων» Ἡρακλείας καὶ διετέλεσε πρόεδρος τῆς πατριαρχικῆς Ἀντιπροσωπείας στὴν Διορθόδοξη Διάσκεψη ποὺ συνῆλθε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1930 στὴν μεγαλώνυμη μονὴ Βατοπεδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους9.

1. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ λαμβάνεται λίγο πρὶν ξεσπάσει ὁ Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος τοῦ 1914 καὶ μὲ τὸ πέρας τῶν πολεμικῶν ἀναμετρήσεων τὸ 1918 ἐπῆλθε τὸ τέλος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ «τοῦ γηραιοῦ ἀσθενοῦς τῆς Ἀνατολῆς» ποὺ αἰῶνες ἦταν ὁ ἐπιθετικὸς ἐπιδρομέας ποὺ ἀπειλοῦσε ὅλη τὴν Εὐρώπη! Αὐτὸ τὸ  ἰσοπεδωτικὸ σχέδιο τοῦ τουρκικοῦ κράτους ἐπιχείρησε ἡ Ἄγκυρα νὰ ἐπιβάλει βίαια ὅλον τὸν 20ὸν αἰώνα πρὸς ἐξαφάνιση τῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ Πολιτισμοῦ ὅλων τῶν προκατόχων λαῶν τῆς ἐπικράτειάς της καὶ πρὸς ἐμπέδωση τοῦ τουρκισμοῦ της ἀπὸ τὸ 1923 μέχρι ποὺ ἔφθασε σήμερα στὴν Βόρεια Κύπρο. 

2. Αὐτό σὲ λίγο ἀποτέλεσε μία Χριστιανικὴ οἰκογένεια ἐκ 340 τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ἐκπροσωποῦσε πάνω ἀπό 550 ἑκατομμύρια χριστιανούς, σὲ περισσότερες ἀπὸ 100 χῶρες παγκοσμίως.

3. Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Ἡ Νίκαια, μονογραφία ἱστορική, κ.ἄ., Ἀθῆναι 1914.

4. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ  β΄ αἰώνα στὴν Βιθυνία, ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ ἐπάρχου της Πλινίου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανό, δοξαζόταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς Θεός. Στὴν Νίκαια φαίνεται εἶχε ἀνδρωθεῖ ἡ κακοδοξία τοῦ «Ἀρειανισμοῦ», ποὺ ὑποτιμοῦσε τὸ θεῖον Πρόσωπο τοῦ Σωτῆρα ποὺ «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α΄, 1-14) καὶ ἐξ αὐτοῦ ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνῆλθε ἐκεῖ μᾶλλον πρὸς ἐνίσχυση τῆς  «Τριαδικῆς βαπτισματικῆς ὁμολογίας» ποὺ μαρτυρεῖται καὶ γραπτῶς στὸν πάπυρο τοῦ Den-Babizeh τοῦ β΄ αἰώνα τοῦ Βρεττανικοῦ Μουσείου.

5. Ὁ Πατὴρ είναι ἡ αἰώνια –ἡ Ἀρχὴ καὶ Αἰτία– καὶ ἐξ αὐτοῦ γεννᾶται ὁ Υἱὸς «πρὸ πάντων τῶν αἰώνων» διὰ τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου χωρὶς ὅμως καὶ ὁ Υἱὸς νὰ καθίσταται καὶ ὁ αἴτιος ταῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν «Παλαμικὴ Τριαδολογία», καὶ ἔτσι σχηματίζεται ἡ θεία Μοναρχία τῆς Ἁγίας Τριάδος κατ’ ἐξοχὴν δοξαζόμενη μέσα στὴν Ὀρθοδοξία.

6. Στὰ χρόνια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ὁ Γαλλιηνός (253-268 μ.Χ.), σχεδίασε νέα διαίρεση τῆς ἐκτάσεώς της καὶ αὐτὴν τὴν κατέστησε μόνιμη στὰ τέλη τοῦ  Γ΄ αἰώνα ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ἐξ αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία στὶς ἀρχὲς τοῦ Δ΄ αἰώνα ἐξερχόμενη ἀπὸ τὶς Κατακόμβες υἱοθέτησε ὡς ἐγγύτερη διοίκηση πρὸς τὸ ἀρχαῖο συνοδικὸ σύστημα τὴν βάση τῆς ρωμαϊκῆς δικαιοδοσίας καὶ ἐπέβαλε διὰ τοῦ 6ου καὶ 7ου κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση. Ὁ πατριάρχης Βασίλειος Γ΄, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀπάντησε αὐστηρότατα στοὺς «πονηρευόμενους» ἑλλαδικοὺς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Δικαίου τῆς Δικαιοδοσίας, πρὸς ὑφαρπαγὴν τῶν Νέων Χωρῶν ἐκ τῆς «Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως».

7. Ἐξ αὐτοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως, γιατὶ ἀκτινοβολεῖ τὸ φῶς καὶ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ὡς κατέχουσα στὴν λατρεία της τὸ κάλλος καὶ ὅλη τὴν δύναμη τῆς αἰωνιότητος γιατὶ ἐκφράζει τὴν πολύτιμη κληρονομία τῆς ἀρχαιότητος ποὺ παρέλαβε ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴν μοιράζει στὰ εὐαγγελιζόμενα ἀπ’ αὐτὴν ἔθνη γιὰ νὰ συνεχίζουν τὴν ἀποστολὴ τῆς Μιᾶς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ μαρτυρία τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου εἶναι θεμελιώδης ἀλήθεια πληρότητος τῆς Ἀποκαλύψεως διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως βάσει τῆς θείας λατρείας, ὡς βασικὴ ἀρχὴ ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου καὶ καρδία τῆς λατρευτικῆς εὐσεβείας τῆς Ὀρθοδοξίας μέχρι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

9. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1204 μεταφέρθηκε στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας κατὰ τὴν Δ΄ Σταυροφορία καὶ τὸ 1343 μεταφέρθηκε τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας στὴν σπουδαιότερη τότε πόλη τῆς Συρίας, τὴν Δαμασκό. Ὅμως τὸ πλήρωμα τῆς Μητροπόλεως Νικαίας μετὰ τὴν ἀνατίναξη τοῦ θησαυροφυλακίου τῆς προεικονομαχικῆς τέχνης τοῦ Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ, τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ «τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» τοῦ Η΄ αἰῶνος καὶ τὴν Μικρασιατικὴ τραγωδία κατέφυγε ἐκ Βιθυνίας στὸν Πειραιᾶ καὶ μάλιστα κυρίως στὴν Παλαιὰ καὶ Νέα Κοκκινιά (Νίκαια), κομίζοντας μόνον τὴν δεξιὰν τοῦ «Οὐρανοβάντορος» Μεγάλου Βασιλείου, τὴν ὁποίαν καὶ κατέθεσαν στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ κλεινοῦ Ἄστεως.

9. Ὅλες οἱ «ἀναδενδράδες», δηλαδὴ οἱ «κληματαριὲς» ποὺ βλάστησαν ἀπὸ τὴν Μία «Ἄμπελον» τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν προσφέρει καὶ κάποιο ὠφέλημα στὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία εἰσέφερε τὴν στερεὰ ὀργάνωση τῆς διακυβερνήσεως, ὁ Προτεσταντισμὸς εἰσέφερε τὴν χρηστότητα τοῦ βίου καὶ ἡ Ὀρθοδοξία τὴν ὡραιότητα τοῦ κόσμου τοῦ πνεύματος καὶ ἰδίως διὰ τῆς λατρείας της ζωντανεύει τὸ ὅραμα τῆς εὐσέβειας ὥστε νὰ μεταφέρονται τὰ συμβαίνοντα τὰ οὐράνια ἐπὶ τῆς γῆς.