«Ὁ Κύριος εἶπε  στὸν Μωϋσῆ: Πάρε τὸ  ραβδί σου καὶ συγκάλεσε τὴν κοινότητα ἐμπρὸς στὸν βράχο και μίλησε του ἐμπρός τους καὶ θὰ δώσει νερό σὲ αυτοὺς καὶ στὰ ζώα τους».Ἀριθ. κ΄7-8. «Ὁ βράχος   αὐτὸς από τὸν ὁποῖον ὃλοι ἢπιαν τὸ ἲδιο θεόσταλτο νερὸ εἶναι ὁ ἳδιος ὁ Χριστὸς». Α΄Κορ. ια΄ 2-4. . Μικρογραφία ἐκ τῆς «Ὁκτατεύχου» (Fol.163 r ) τῆς μονῆς Βατοπεδίου ¨Αγίου Ὀρους τοῦ 13ου  αἰώνα.
 

Η   Ἐκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως εἶναι     τὸ στυλωτικὸ «Ραβδί» τοῦ Γένους.

       Από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδος του 326 μεχρι τον 6ον αιώνα  ὃλες οι ἀρχαίες ἱεραποστολικές πόλεις τῆς Εκκλησίας αναγνωρίστηκαν  Ἀποστολικοί Θρόνοι καὶ τοὺς ἀπέδωσε τὰ «πρεσβεῖα τιμής», ἀναγνωρίζοντας τὴν μέχρι τότε πνευματική τους ἀκτινοβολία ὡς αὐθεντικῶν φορέων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύλου ἢδη ἀπό τὸν 3ον  αἰώνα. Ἡ πρώτη Αποστολική Καθέδρα εἶναι της Πρεσβυτέρας Ρώμης και η δεύτερη από το 381 μ.Χ. η νέα πρωτεύουσα στην Ανατολή  της Νέας Ρώμης. Αυτό συνέβη μετά τὴν  τελευταία δοκιμασία τῆς Ἐκκλησίας επί Ιουλιανού που ἐπιχείρησε να  παλινδρομίσει στην  παγανιστική λατρείας χάρη  στὴν  ζωροαστρική ιδέα της διαρχίας καλού και κακού.  Τότε  ἡ Ἐκκλησία ἀμύνθηκε  αντλοῦσα από την εγκυημένη αρχαϊκή αποστολική παράδοση  τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ  Παύλου στην οποία  ἀκέραια διασώθηκε  η γνησιότητά της στην Συνείδηση της μιᾶς Εκκλησίας. 

            Η νέα Βασιλεύουσα Πόλη του Κωνσταντίνου ἒχει ήδη  ἀποκτήσει πλέον εκ της Μικράς Ασιας τὶς ἀναγκαίες ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις γιὰ νὰ  νὰ καταστεῖ κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ως ἡ κατ’ Ἀνατολὰς θεσμικὴ πηγὴ τῆς ἀποστολικῆς εὐθύνης γιὰ ἱστορικοὺς καὶ γεωπολιτικοὺς λόγους.  Όταν ἀπὸ τὸ 379-474 ἡ Αὐτοκρατορία ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀρχαιολατρεία τῶν παγανιστῶν ὁριστικά στηρίζει  τὴν  Τριαδικὴ πίστη στὸν Ἕνα Θεό καὶ στρέφεται κατὰ πάσης μορφῆς Ἀρειανισμοῦ. Ἀποφασιστική είναι ἡ πράξη τῆς Πολιτείας να σιγήσουν οἱ ἱερείς και οἱ  μάντεις καὶ οἱ λατρευτικές μυστηριακές ἐκδηλώσεις και τὰ αγωνιστικά  ἒθιμα τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ προσαρμοστοῦν  οἱ νομοταγεῖς πολίτες πρὸς τὰ πιστεύματα της Α΄ Οἰκουμενικής Σύνοδος του 325 Ἒτσι μετά 56 χρόνια συνέρχεται τὸ 381 ἡ Β΄ Γενική Σύνοδος τῶν ἐπισκόπων τῆς  Ανατολῆς επί του  ἐπισκόπου τῆς «Πρεσβυτέρας» Ρώμης Δάμασου ( 366-384) καὶ  μὲ τὴν συμμετοχή ἐπροσώπων του. Σὲ αυτήν  επιδιώχθηκε  να ἀποσαφηνισοῦν  τὰ περί τῆς   θεότητος τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος  και δια τοῦ  3ου κανόνας της αποδίδεται   η ὐψιστη τιμή της κληρονομίας των αποστολικών Πρεσβείων Πέτρου και Παύλου  τοῦ επισκόπου της «Πρεσβυτέρας»  Ρώμης στον ἑκάστοτε  πρωθιεράρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Τα  «Πρεσβεία» αυτά ἐμπεριέχουν τὴν βεβαιωμένην αποστολικήν παράδοσιν  που παραδόθηκε μέν προφορικά αλλά και  καταγράφηκε πιστά καὶ εὐσυνείδητα  δια τῆς  κανονικῆς «ἀλύσεως» τῆς διαδοχικῆς τῶν επισκόπων.    Το κύρος του «Πρώτου» της Εκκλησίας που παρέλαβε ἡ «Πρεσβυτέρα» Ρώμη διά  του μαρτυρίου των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου επί Νέρωνος,  φαίνεται ὁτι  ἧταν πολύ πλέον το βαρυσήμαντο γεγονός για την Μία Εκκλησία του Χριστού διότι  αντιλαμβανόμεθα οἱ  ἀποστολικοί θρόνοι Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης  έχουν  ιδιάζουσα σημασία για τὸ μέλλον της Εκκλησίας στὴν Ἀνατολή και αυτό το επιβεβαίωσε η  Ἱστορία. Ὃμως φαίνεται ἡ διακονία του «Πρώτου» της Ανατολής  θὰ προσελάμβανε ιδιαίτερη σημασία ιδίως για τους «εν τοις βαρβαρικοις»λαούς, για να  στερεωθεί τὸ περιεχόμενο τῆς γνησίας πίστεως  τους και τῆς προσηλώσεώς τους ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας     Περὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀρχίζει νὰ συγκροτεῖται ἡ σύναξη τῆς ἱεραρχίας τῆς Θράκης καὶ τῆς Βυθινίας καὶ νὰ προάγεται ὁ εὐαγγελισμὸς τοῦ πλήθους τῶν φυλῶν στὴν αὐτοκρατορία, ποὺ παρέμεναν ἀκατήχητοι καὶ ἀβάπτιστοι στὶς στέπες καὶ στὰ δάση «ν τος βαρβαρικος».  Τότε ἀρχίζει νὰ οἰκοδομεῖται περί τὴν κεντρικήν Ἐκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἀπόθεμα της «Ἀποστολικῆς εὐθύνης» ποὺ φρόντιζε μέχρι τότε ο  Θρόνος τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμηςστην δυτικά Αυτοκρατορία.    Ὁ πάπας Δάμασος στὴν λέξη «πρεσβεία» συνόψισε ὃ,τι παραδώθηκε στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου.  Ίσως εξ αυτού  και έγινε   ὁ βασικὸς ἀναστηλωτὴς τῶν τάφων τῶν πρώτων ἐπισκόπων τῆς  Ρώμης, που  μάλλον δείχνει το βάθος της διδαχής των «πρεσβείων» τοῦ πάπα Δαμάσου που πιθανόν γνώριζε και ὁ ἐξ Ἲβηρίας Θεοδόσιος Α΄ καὶ οι 150 ἐπίσκοποι ποὺ συνήλθαν στὴν πόλη τοῦ Κωνσταντίνου τὸ 381 καὶ  «ἐπιμέρισαν τα πρεσβεία του Πρώτου της Εκκλησίας μὲ τὸν 3ον  κανόνα» ὡς ἲδια εὐθύνη και του  ἀρχιεπισκοπο τῆς Νέας Ρώμης. Τὴν ἒγκυρη ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ κανόνα ἒδωσε μὲ τὰ πεπραγμένα τῆς περιοδείας του στὴ Μικράν Ἀσίας πρῶτος ὁ Ἃγιος Ίωάννης ὁ Χρυσόστομος!

                Η ἐν Τρούλλῳ ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος διατύπωσε μὲ τὸν λστ´ (36) Κανόνα της που  διαλλούν  τα «Δίπτυχα της Εκκλησίας», που άρχισαν να συγκροτούνται συνοδικά και κανονικά από το 325,  δηλαδή  τον 4ον  αιώνα,  και  ολοκληρώθηκαν τον 767 δηλαδή  τον 8ον  αιώνα και ἐξ αυτών των κανονικών δεδομένων  προέκυψε η «Πενταρχία» που στέφει όλην την πρώτη χιλιετία την Εκκλησία μας.

                                                                                          Α.Π. 

Loading