Ο ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου Ιωάννης εξεδήμησε υπέρ εκατοντούτης στο 7ον ετος της βασιλείας του Τραϊανού και στο τέλος αδυνατούσε να βασίζει και εφέρετο επί φορείου υπό των πιστών»κατά τις διηγήσεις Τερτυλλιανού, Τιμοθέου, Πολυκάρπου, Παπίου καθώς και του επισκόπου της Λιώνος Ερηναίου. Ο Ιωάννης «κεκοίμηται» στον λόφο, όπου το «Τρόπαιον Μνήμης» της Βασιλικής του που βρήκε το 1922 ο δάσκαλός μου καθηγητής Γεώργιος Σωτηρίου.

Ο σημερινός  μεσογειακός ερειπιώνας της αρχαίας Εφέσου, της άλλοτε η επίσημη πρωτεύουσας της Ιωνίας που έπαυσε από αιώνων να είναι η ένδοξη «θαλασσόθεα» πόλη της Ιωνίας. Όμως το άπλωμα σ’ αυτήν  της  ευαγγελικής  σαγήνης  την κατέστησε αιώνια παρακαταθήκη αποστολικών προσταγμάτων,  τόσον  του «Απόστολου των Εθνών» Παύλου, όσον και του «ηγαπημένου» μαθητή του Κυρίου Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος  μετά του Πέτρου και του Ιακώβου, συναποτελούσαν  την ευλογημένη «τριανδρία» των «στυλοβατών» της Εκκλησίας.  1. Πραξ. γ΄. 1. δ΄13.19 και Γαλ.β΄,9. Οι Επιστολές του Παύλο, καθώς  και οι Επιστολές και η  Αποκάλυψη του Ιωάννου  εσαεί διδάσκουν πως ο «Άγιον  έθνος» του Λαού της Εκκλησίας 1δεν  δέχονται στην Εκκλησία του Χριστού  φυλετικές διακρίσεις μεταξύ των πιστών. Ο Παύλος στις δύο πρώτες του περιοδείες του απέφυγε να δράσει στην Έφεσο, ίσως γιατί υπήρχαν Ιουδαϊζοντες στις εκεί  Συναγωγές, αλλά και  στην Αγορά της ο συναζόμενος λαός ήταν   πολυεθνικός και απέφευγε να προκαλέσει φυλετικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των ακροατών του.  Μετά όμως τη τρίτη περιοδεία του και αφού  απέκτησε πολλούς μαθητές του Χριστού στη Γαλατία και στη Φρυγία, δηλαδή στο κέντρο της Μικρασίας απέκτησε ως στενό συνεργάτη του τον νεότατο και εγγράμματο Τιμόθεο από τα Λύστρα και όταν  επέστρεψε στην Έφεσο θεώρησε κατάλληλο χρόνο να αποκαλύψει στους πιστούς την οικουμενικότητα της χριστιανικής πίστεως κατ’ απόφαση της Αποστολικής Συνόδου των Ιεροσολύμων η οποἰα καταργεί πάσαν δέσμευση της  εθιμοτυπία  του Ιουδαϊσμού που επέβαλε υποχρεωτικά την ταυτότητα του Εβραϊσμού με την υποχρέωση της Αβρααμικής «ακροβυστίας» η «περιτομής» ( Γεν. ιζ΄3—14). Η  παραμονεί από το 53 μέχρι το Μάϊο του 56 επί τριετία του Παύλου στην Έφεσο συμβαίνει με την αμφιλεγόμενη μακροχρόνια «αιχμαλωσία» του, που «παρασιωπάται» από τις «Πράξεις των Αποστόλων» (Πράξ, ιθ΄. 8-10)Η νέα όμως αυτή  φυλάκισή του φαίνεται πως προκλήθηκε  εξ αφορμής της εκεί νέας παρουσίας του και της διασαλεύσεως πάλι της δημόσιας τάξεως.  Τότε φαίνεται πως γράφηκαν και οι σπουδαιότατες για την εκκλησιαστική ζωή και τάξη οδηγίες του προς Γαλάτες και η Α΄ προς Κορινθίους, γραμματεύοντος του Τιμοθέου, του μετά πρώτου επισκόπου της Εφέσου. Αυτή η  απομόνωση του Παύλου μετά των «συναιχμαλώτων» του έδωσε την ευκαιρία  να καταγράψει στις λεγόμενες επιστολές της «αιχμαλωσίας» του  και τις  αποστολικές υποθήκες του  που παραμένουν επί είκοσι αιώνες εντολές του  προς όλη την  Χριστιανοσύνη. Στη προς Γαλάτες ελέγχεται η  επίθεση των Ιουδαϊζόντων κατά της αποστολικότητάς του και υποστηρίζεται  η γνησιότητα του Ευαγγελίου που εκήρυττε.  Ἡ διδαχή του Ευαγγελίου σε όλα  τα έθνη είχε την αποδοχή   των προεστώτων Αποστόλων  όταν «τας δεξιάς τους έδωκαν» στην Αποστολική Σύνοδό τους  για να  προσφερθεί στους πολλούς το μήνυμα της  σωτηρίας τους χωρίς την δέσμευση από θρησκευτικούς τύπους της Ιουδαϊκής  Συναγωγής. Αυτή η αποστολική απόφανση άνοιξε διέξοδο για να κατανοηθεί ο χαρακτήρας και  η φύση  της Χριστώ «χριστιανικής ελευθερίας» και γι’ αυτό ο Τερτυλλιανός θεωρεί την επιστολή αυτή «πρωταρχικής σημασίας στη πολεμική  κατά του Ιουδαϊσμού» γιατί με αυτήν  «απελευθερώθηκε η Εκκλησία από «ξεπερασμένες δεσμεύσεις για να πορεύονται οι εξ Εθνών πιστοί  προς τον ησο Χριστό». Η απόρριψη του τύπου της «περιτομής» για τους εξ Εθνών πιστούς επιβάλλεται γιατί αυτή αναιρούσε  την  οικουμενικότητα της δια Ιησού Χριστού Σωτηρίας. Επομένως πρώτη σπουδαία αποστολική υποθήκη του  Παύλου προς τους προσκληθέντες είναι ότι η χριστιανική πίστη καταδικάζει κάθε εναγκαλισμό φυλετικής  διακρίσεως γιατὶ αντίθεται στην αδελφότητα του «Ενός γένους» των ανθρώπων. 2Το «εθνοφυλετικό ιδεολόγημα» δεν πρέπει να συγχέεται με την αποστολή της Εκκλησίας αφού η «εκκλησιαστικότητα» πρέπει να αγκαλιάζει τους πάντες για να έλθουν  σε  επίγνωση  της αλήθειας. Δυστυχώς ο «Εθνοφυλετισμός» έγινε εργαλείο του «ηγεμονισμού» όσων διαθέτουν όγκο πλήθους και πλούτο μήπως με «επιτήδειους» χειρισμούς ανατρέψουν τη τάξη των «Δίπτυχων» της Εκκλησίας μας. Όταν διεπιστώθηκε η απροκάλυπτη  χρήση αυτής της κακοδοξίας συνεκάλεσε το 1872 την Αγία και Μεγάλη Συνόδου των παλαίφατων Πατριαρχείων και καταδίκασε το διχαστικό αυτό ιδεολόγημα που εκτρέφει την κάθε λογής πανουργία για να   διασπάσει τη θεοσύστατη ενότητας της Εκκλησίας. Ο «κλητός» Ταρσέας Απόστολος εμπιστεύθηκε στους Κορινθίους και στα έθνη μία ἀκόμη σπουδαία αποστολική εντολή. ότι  για να   στερεωθεί  η  Εκκλησία πρέπει τα : «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξη γινέσθω» (Α΄Κορ.ιδ΄40). Η εξωμάλινση με την Τάξη και στη δημόσια λατρεία της ζωής της  Εκκλησίας αρχίζει από το  ιερό «τέλεσμα»  του «Δείπνου του Κυρίου», μέχρι την αδελφική συμμετοχή στη  τράπεζα του Κυρίου και των   «Αγαπών» προς άσκηση της φιλαδελφίας προς τούς δοκιμαζόμενους αδελφούς. Το προφητικό χάρισμα  της «γλωσσολαλίας» διατυπώνει το   αξίωμα ότι:  «υπό πάντων των Αποστόλων κατατέθηκε και παντού υπό πάντοτε  διατηρήθηκε»  αυτό και αποτελεί την πυξίδα προσανατολισμού στην  Αποστολική Παράδοση.

Σε αυτό συμφωνεί και ο «ηγαπημένος» Απόστολος του Κυρίου , που εγκαταστάθηκε το τελευταίο τέταρτο του Α΄ αιώνα στον Μικρασιατικό πυλώνα της  Εφέσου. Εκεί  ως ο  φορέας της «παλαιάς εντολής» (Α΄ Ιω.β΄.7), έρχεται για να  ζωντανεύσει την εκκλησιαστική ζωή όλων των υφιστάμενων πιστών στην Ανθυπατική Ασία. Τότε προσπαθούσαν να εμπλέξουν την αλήθεια περί του Ιησού στα «δοκητικά» και «γνωστικά» παραληρήματα των μύθων και των φαντασιώσεων με τις θαυματοποιές  τεχνουργίες του Απολλώνιου του Τυανέα για να καταστρέψουν την πρόοδο τοῦ Εὐαγγελίου την Ασία. Κατά δε τον περίφημον εκ Φρυγίας και μετά επίσκοπο Ιεραπόλεως Παπία (70-165) που ζούσε και αυτός τότε στην Έφεσο, ο Ιωάννης ήταν η εγκυρότερη φωνή γι’ αυτά που «άκουσε και είδε  με τα μάτια του και ψηλάφισε» για το θείο πρόσωπο του Ιησού και αναμφισβήτητα μπορούσε να διαψεύσει όλες τις ψευδοδιδασκαλίες που επιδίωκαν να διαβρώσουν την περί του Χριστού αλήθεια. Κατά τον Ευαγγελιστή της Αγάπης η πάλη της αλήθειας με το ψεύδος όταν  εμβαθύνει στο μυστήριο του «Λόγου του Θεού που σάρξ εγένετο» είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος εξοντώσεως του μισάνθρωπου μένους του διάβολου.  Σε όλες τις επιστολές του ο Ευαγγελιστής τονίζει τη προτεραιότητα της εντολής της Αγάπης σε συνδυασμό πάντα με την αυστηρή προσήλωση στην αλήθεια.

Εκείνο το κείμενό του που έχει μείζονα «εκκλησιολογική» σημασία για την αρχαϊκή συγκρότηση της Εκκλησίας είναι το βιβλίο της «Αποκαλύψεως». Και τούτο διότι μεταξύ του 2 και του 3 κεφαλαίου του παρεμβάλλονται οι επτά επιστολές προς τις νεόφυτες Εκκλησίες της Μικράς Ασίας και προς τους προεστώτες «αγγέλους»-τους για να προληφθούν διάφορες ελαττωματικές καταστάσεις στην  εκκλησιαστική ζωή  της μείζονος περιοχής της Εφέσου. Με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτονται  μηνύματα αγάπης του Ουρανού  προς έλεγχο και καθαρμό των ανθρώπινων λαθών σε περιόδους δοκιμασίας και διωγμών. Το πρόβλημα της ερμηνείας αυτών επιστολών είναι δύσκολο όχι τόσον για το μέγεθός τους, όσον για τον  πλούτο των συμπερασμάτων τους.

Η παρουσία στην Έφεσο πέραν του μισού αιώνα  δύο εκ των δυναμικών Αποστόλων που «έσονται μάρτυρες της αλήθειας» περί του Ιησού Χιστού ( Μαρκ.στ.7-6) διαμορφώνει στη Συνείδηση της Εκκλησίας εκτός από την αρχαϊκή αληθινή πίστη, και με την δικλίδα προστασίας της ενότης της Εκκλησίας, που διαμορφώνεται πολύ αργότερα στην δικαιοδοσιακή διοίκηση  με την σύσταση του  μητροπολιτικού συστήματος. Η συμβολική παράθεση των επτά πρώτων επισκοπών περί την Έφεσο πιθανόν να είναι και   η πρώτη απόπειρα συντάξεως του «Συνταγματίου» της,  που αργότερα εντάχθηκε και εξελίχθηκε στην Αποστολική Καθέδρα της Κων/πόλεως. Γνωστή είναι παρέμβαση του αρχιεπισκόπου  Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου του Χρυσοστόμου για την αποκατάσταση της περί την Έφεσο διασαλευθείσας κανονικής τάξεως που δείχνει πολλά και μαρτυρείται υπό του ιστορικού   Θεοδώρητου (Ἐκκλ. Ιστορία Ε΄.28) και δείχνει άσκηση κανονικού δικαιώματος στη Μικρά Ασία μετά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η «κανονική  τάξη» στη Μικρά Ασία έχει σταθεροποιηθεί από τον 7ον αιώνα σύμφωνα με τον  παρισινού κώδικα 1555Α  ο οποίος και περιλαμβάνει το πρώτο «Συνταγμάτιον» της Εκκλησίας Κων/πόλεως. Στη Τάξη αυτή  διαπιστώνουμε ότι και η πρώτη θέση παραχωρεῖται στο αρχαϊκό ιεραποστολικό κέντρο της   Καισαρείας με τις έξη επισκοπές της. Η μείζονα όμως περιοχή  της Ασίας εξαρχικά  ανήκει στη Μητροπολιτική Καθέδρα  της Εφέσου με τις τριανταέξη (36) επισκοπές της που διατήρησε περίπου μέχρι το 1922. Μέχρι τότε ο μητροπολίτης Εφέσου για να ασκεί τη διακονία του είχε  τρις καθέδρες. Η πρώτη, που παρέμενε και ο ίδιος βρισκόταν ήταν έξω από τη πόλη της Σμύρνης  στο  Κορδελιό, η δεύτερη  στη Μαγνησία με τον εκάστοτε επίσκοπο Ερυθρών και η  τρίτη στις Κυδωνίες με τον επίσκοπο Ειρηνουπόλεως.   Ἡ επισκοπή της Σμύρνη αναδείχθηκε 40 μίλια μακριά από την ΄Εφεσο σε ανεξάρτητη αρχιεπισκοπή,  μετά τη  πρόσχωση της διώρυγας επικοινωνίας του λιμένα της Εφέσου με  τη θάλασσα του Αιγαίου από τον Καΰστρο ποταμό.  Η Εκκλησία τῆς Σμύρνης περιορίστηκε μόνον εντός της πόλεως του λιμένα της όπως δείχνει το διάγραμμα των ενοριών της που βρίσκεται στο αρχείο του Πατριαρχείου μας. Σαφής μαρτυρία αυτού του γεγονότος είναι το ακόλουθο.  Όταν ο δάσκαλό μου Γεώργιος Σωτηρίου ανακάλυψε το 1921τη βάση του «Τρόπαιου μνήμης» του Ευαγγελιστή στην Ιουστινιάνειο βασιλική της Ακροπόλεως της Εφέσου, προκειμένου να ερευνηθεί ο τάφος δεν προσκάλεσε τον ξακουστό τότε μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου Καλαφάτη, αλλά τον οικείο τότε  μητροπολίτη της περιοχής Φιλαδελφείας Χρυσοστόμο Χατζησταύρου και αυτός συνέταξε και την υπέγραψε τη  Έκθεση προς τον τότε «εν ενεργεία» πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ . Κατά δε την Έκθεση αυτήν: «ο τάφος ανεσκάφη επιμελώς και ανευρέθηκαν εν αυτό συντρίμματα κανδυλών, διαφόρων εκκλησιαστικών σκευών και οστά τινά, μετά προσοχής ιδιαιτέρως φυλαττόμενα.» Βλ.«Εκκλησιαστική Αλήθεια» του 1922 σελ. 344-346,  Μάλιστα ο ίδιος κατά την τάξη τέλεσε μετά του Ιερού Κλήρου και λαού τη πρώτη και τελευταία εκεί θεία λειτουργία στις 6 Αυγούστου 1922,  ενώ άρχιζε η φονική αναμέτρηση στο Σαγγάριο. Μετά 82 χρόνια από το 1922  στις 26 Σεπτ. 2004 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος χοροστάτησε εκεί στην τελεσθείσα εκεί θ. λειτουργία υπό του Αρχιμ. Κυρίλλου Σική και από τότε  εγκαινιάστηκε  η ετήσια λειτουργική συνάξη περί το «Τρόπαιο μνήμης» του Ευαγγελιστή την  ημέρα της μνήμης του γιατι  μέσα στον ερειπιώνα της Εφέσου  εξακολουθεί να περιπατεί η Εκκλησία,  δεδομένου ότι όχι μόνον μεγάλα «ονόματα κεκοίμηνται», κατά τον Εφέσου Πολυκράτη (193-202), αλλά εκεί εσπάρει το Ευαγγέλιον από τους Αποστόλους Παύλο και Ιωάννη  και βλάστησαν και καρποφόρεσαν βασικές ευαγγελικές αρχές και αξίες που μέχρι σήμερα έχουν την οικουμενική αποδοχή στη ζωή των κατά τόπους Εκκλησιών  παρά τα  συμβάντα (1909-1923) Η Ιστορία διδάσκει πώς   είναι η μόνη Εκκλησία που παραμένη ακλόνητη αφού οι  αποστολικές χείρες την «εθεμελίωσαν» και  με «καινό  και παράδοξο τρόπο τειχισμού την ησφαλήσαν.»3μέχρι τον 21ον αιώνα.

1. Α΄Πέτρ. β΄. 9.

2.Δυστυχώς στους τελευταίους αιώνες η κρατική διπλωματία του Κρεμλίνου από την εποχή του τσάρου Μεγάλου Πέτρου   έδωσε εθνικό-πολιτικό περιεχόμενο στο «φυλετισμό» για να διαβρώσει την εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών στην Ορθοδοξία.3. Ιωάννης Χρυσόστομος. Migne P.G. τ.51.στ.77, βλ. Έφεσος. στη Θ.Η.Ε. τ.5, στ.1150-1152.

Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ασπάζεται ευλαβικά τον τόπον ταφής του σκηνώματος του Ευαγγελιστή Ιωάννου του Θεολόγου που τον ανέσκαψε το 1921 ο καθηγητής μου Γεώργιος Σωτηρίου και έγραψε την σχετικήν έκθεση στον τότε Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄. Τοτε ο Εφέσου Χρυσόστομος Χατζησταύρου τέλεσε εκεί με τον Κλήρο του και την τελετευταία Θεία Λειτουργία προ της μάχης του Σαγγαρίου και της Τραγικής Μετοικεσίας του 1922.

Loading