Από τα μέσα του 19ου αιώνα η τσαρική διπλωματία επιχειρούσε να επιβάλει έμπρακτα την ιδεοληψία της ως κληρονόμου της Γ’ Ρώμης και επομένως της προστάτιδος δυνάμεως των απανταχού Ορθοδόξων!Γι’ αυτό στόχευσε στην αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου αρχικά με την ενίσχυση των Βουλγάρων «εξαρχικών» στη Μακεδονία και στη Θράκη και στη συνέχεια με την πληθυσμιακή αλλοίωση του αιωνόβιου Αγιορειτικού καθεστώτος, με την ανατροπή της πλειονοψηφίας των ελληνικής προελεύσεως μοναχών, προς εκπόρθηση του Αγίου Όρους.

Με την άδεια της Υψηλής Πύλης αρχίζουν την εγκατάσταση εκατοντάδων εκ Ρωσίας μοναχών, αμφίβολης μοναχικής ιδιότητας, σε νεόδμητες μεγαλοπρεπείς κτηριακές εγκαταστάσεις, με μεγάλους ναούς και παραρτήματα σκητών πολλαπλής χρήσεως. Έτσι οι Ρώσοι μετέφεραν στον Άθωνα τον ενδορθόδοξο «αγώνα μεταξύ των εθνοτήτων», που ήταν φυσικό να προκαλέσει και την αντίσταση των Ελλήνων μοναχών, που επί δέκα αιώνες ασκήθηκαν και κοπίασαν για την οικοδόμηση και συντήρηση των μονών και κελλίων της Μοναστικής Πολιτείας. Οι Αγιορείτες, διάδοχοι των κτητόρων, στήριζαν το ανεξάρτητο ιδιοκτησιακό καθεστώς των παλαίφατων καθιδρυμάτων τους και την διαχρονική νομική κυριότητα της περιουσίας τους σε αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, σε πατριαρχικά σιγίλια, σε οθωμανικά φιρμάνια και ταπιά. Η Ελληνική Πολιτεία αναγνώρισε πλήρως την ισχύ όλων των επισήμων ιστορικών νομικών εγγράφων κυριότητας των μονών εντός και εκτός της Ιερής Πολιτείας, όπως είναι τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, τα πατριαρχικά σιγίλια, τα σουλτανικά φιρμάνια κ.α., με βάση των οποίων συντάχθηκε το 1924 ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρουςκαι επί προσθέτως τα αναγνώρισε με το νομοθετικό διάταγμα υπ’αρίθμ.10 της 16ης Σεπτεμβρίου του 1926 και τελικά με το Σύνταγμα του 1927, που τα κύρωσε με την συνταγματική διάταξή του άρθρου 188 που διατηρήθηκε σε όλες τις μέχρι σήμερα συνταγματικές αναθεωρήσεις – άρθρο 105 του ισχύοντος Συντάγματος – γεγονός που αποτελεί την κλείδα του «αγιορείτικου δικαίου».

Το Άγιον Όρος είχε κεφαλαιώδη σημασία για την απελευθέρωση των εδαφών της Μακεδονίας και της Θράκης. Γι’ αυτό πριν η Ελλάδα ξεκινήσει την ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο στις 3 Δεκεμβρίου 1912 στόχευσε στην απαλλαγή από την οθωμανική εξουσία των 17 ελληνικών μονών, που κατείχαν τα 45 του εδάφους της χερσονήσου του Άθω και για να προλάβει την διείσδυση σ’ αυτήν των Βουλγάρων. Έτσι, ο ελληνικός στόλος επιχειρεί «προσκυνηματικό» περίπλου του γηραιού Άθωνα Ήταν 1.30 μ.μ. της Παρασκευής 2 Νοεμβρίου 1912 όταν η ναυτική μοίρα με επικεφαλής την ναυαρχίδα «Αβέρωφ» έφθασε στο ακρωτήριο του Άθωνα και τα πληρώματα εντυπωσιάστηκαν: πως «μυρίστηκαν οι καλόγηροι ότι πηγαίνουν να τους ελευθερώσουν» και από τα ασκητήρια του Ακράθωνα μέχρι οι παλαίφατες και μεγαλειώδεις μονές ήταν σημαιοστόλιστες και οι μοναχοί εκδήλωναν τον ενθουσιασμό τους από τους εξώστες και στην ύπαιθρο με κωδωνοκρουσίες και ζητωκραυγές και συγχρόνως χαιρέτιζαν τον ελληνικό στόλο με κανονιοβολισμούς και τουφεκιοβολισμούς όπως την ημέρα της Αναστάσεως. Το άγημα των ναυτών με τους αξιωματικούς του που αποβιβάστηκε στη Δάφνη έγινε δεκτό με νικητήριες ιαχές: «από τον κατάμαυρον από καλογήρους όρμον, πληρούμενον όλον υπό λέμβων, ασφυκτικώς πεπληρωμένων από καλογήρους» (*Εφημ.Εμπρός, Αθηνών, Η χθεσινή κατάληψις του Αγίου Όρους, Σάββατον 3 Νοεμβρίου 1913, έτος ΙΣΤ , αριθμ. 5.762, και Σπυρ. Μαρκεζίνη. Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος. Αθήναι 1966 τ. Γ σσ. 191). Ταυτόχρονα άλλο άγημα έσπευδε στον ισθμό της χερσονήσου, όπου άλλοτε η περίφημη διώρυγα του Ξέρξη, για να εξασφαλίσει την κατοχή του Άθω πριν κινηθούν οι Βούλγαροι. Αλλά και η υποδοχή στις Καρυές έγινε με κωδωνοκρουσίες και με ευχαριστήριες δοξολογίες από την Ιερά Επιστασία και τους μοναχούς για την απελευθέρωση από την μακροχρόνια αλλόθρησκη δεσποτεία και έκτοτε η ελληνική παρουσία ασκούσε εκεί σιωπηρά την κυριαρχία της η οποία ήταν αποδεκτή από το σύνολον της ελληνόφωνης μοναστικής κοινωνίας. Όμως, αυτή η παρέμβαση της Ελλάδας έγινε δεκτή με περίσκεψη από τους σλαβόφωνους Αθωνίτες.

Η απαρέσκεια αυτή έχει μακρά προϊστορία, από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Ρώσοι, όταν επιχείρησαν από τον Άθωνα να εξυπηρετήσουν ιδιοτελείς γεωπολιτικούς στόχους μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο. Ένας από τους στόχους των πανσλαβιστών ήταν ο εκρωσισμός του Άθω και γι’ αυτό οι Ρώσοι ανήγειραν υπερμεγέθεις κτιριακές εγκαταστάσεις στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος και στις σκήτες της, για να αποτελέσουν κάποτε μονές, και έστελναν για εγκαταβιώσουν σε κελλιά πλήθη μοναχών εκ Ρωσίας, για ν’ ανατρέψουν την υφιστάμενη σύνθεση του μοναστικού πληθυσμού. Επειδή οι Έλληνες πρόλαβαν τους Βουλγάρους στην απελευθέρωση του Αγίου Όρους, οι Ρώσοι παρεμπόδιζαν συστηματικά, με επίσημα διπλωματικά διαβήματα στο διεθνές επίπεδο, κάθε κίνηση για αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας στο Άθωνα και επιδίωκαν με παρασκηνιακές συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση να το καταστήσουν το ζήτημα διμερές μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων. Όμως, οι Αγιορείτες πληροφορήθηκαν αυτή την προσπάθειά τους με την κυβέρνηση Βενιζέλου και τις προσφορές τους στο δοκιμαζόμενο οικονομικά Πατριαρχείο και αντέδρασαν με σοβαρό διάβημα προς το Φανάρι (* Δημήτριος Μουζάκης, Το Άγιο Όρος κατά την περίοδον του μεσοπολέμου. Αθήνα 2008, σσ. 10 – 15, 23 – 33. και ειδικά για τον αγώνα επικρατήσεως των Ρώσων εντός του Άγίου Όρους σσ. 34 – 42). Το Πατριαρχείο βέβαια δεν δεχόταν τις δελεαστικές προτάσεις του τσάρου και τις απέρριπτε και ως η ανωτάτη πνευματική αρχή του Αγιώνυμου τόπου εγγυόταν τον διορθοδόξο χαρακτήρα του, όπως τον κράτησε μακρυά από τους φυλετικούς ανταγωνισμούς κυρίως από τον 14ο αιώνα (* Κων/​νος Γ. Νιχωρίτης. Η επίδραση του Αγίου Όρους στον πνευματικό βίο των Σλάβων, Αθήνα 2004).

Εξ άλλου η ελληνική κυβέρνηση κάθε περιοχή που απελευθερωνόταν από την οθωμανική κυριαρχία και ανήκε στην μεσαιωνική αυτοκρατορία των Ελλήνων την θεωρούσε αυτοδικαίως ανάκτηση της κρατικής κληρονομίας της. Αυτό το παραδέχονταν εν μέρει και οι Ρώσοι και γι’ αυτό κατά βάθος ζητούσαν συγκυριαρχία στο Άγιο Όρος με τους Έλληνες και όχι με τους άλλους ομοδόξους, τους Βουλγάρους, τους Σέρβους η τους Ρουμάνους. Όμως για να το πετύχουν πρότειναν:

1. Την διεθνοποίησητου Αγιορείτικου ζητήματος, ευελπιστούντες στην κατάλυση του εκεί αρχαίου μοναστικού πολιτεύματος από μια δήθεν «συγκυριαρχία όλων των ορθοδόξων κρατών» του εδάφους του.

2. Να παραμείνει στην πνευματική κυριαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

3. Να διοικείται από την Ιερά Κοινότητα.

4.Όμως οι σλαβικές σκήτες να προαχθούν σε κυρίαρχες μονές για να αυξηθεί η συμμετοχή των Σλάβων εκπροσώπων στην Ιερά Κοινότητα (* Ιωακείμ Ιβηρίτης [Ισίδωρος μοναχός] . Απάντησις εις τον κ.Δ. Δημητριέβσκην περί διεθνοποιήσεως του Αγίου Όρους , Εν Σμύρνη 1913).

Είναι γνωστό πως μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα οι Ρώσοι μοναχοί είχαν κατακτήσει μία μεγάλη μονή και είχαν ανοικοδομήσει τρεις πελώριες σκήτες, του Αγίου Ανδρέα, του Προφήτη Ήλία και της Βογορόδιτσας και συντηρούσαν ακόμη και τριανταένα ακμάζοντα κελλιά. Όταν ήλθε ώρα να καθοριστούν τα νέα όρια των κρατών της Βαλκανικής η ρωσική διπλωματία κινητοποίησε τους Ρώσους Κελλιώτες για να στηρίξουν τις θέσεις τους, αφού δεν μπορούσαν να έχουν την συμφωνία των κυρίαρχων μονών στις επιδιώξεις τους για το μέλλον του αθωνίτικου πολιτεύματος. Για να θέσουν τις δήθεν θέσεις των Αγιορειτών πατέρων απεστάλη υπόμνημα της «Αδελφότητας των ρωσικών σκηνωμάτων», δηλαδή των Ρώσων Κελλιωτών του Άθωνα, προς την Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου, με οκτώ σημεία, που ζητούσαν να εγγραφεί στο σχετικό πρωτόκολλο προς συζήτηση των θεμάτων της μέλλουσας Συνθήκης ειρήνης: η διεθνοποίηση ή ουδετεροποίηση ή συγκυριαρχία ή συμπροστασία του Αγίου Όρους (* Στα τέσσερα πρώτα αιτήματα της ρωσικής διπλωματίας που προαναφέραμε οι Ρώσοι Κελλιώτες πρόσθεσαν 1. Να αντιπροσωπεύονται και να μετέχουν στην Ιερά Κοινότητα ισότιμα με τις κυρίαρχες μονές και εκπρόσωποι των εξαρτηματικών μοναχών. 2. Να συνταχθεί νέα νομοθεσία για να καταργηθούν οι Εθνικοί Κανονισμοί που μιλούν και για το Άγιον Όρος. 3. Να μειωθούν τα χρηματικά ποσά αγοράς και χρήσεως των κελλιών και των κτημάτων που δίδοντας εφάπαξ στις κυρίαρχες ιερές μονές και 4. Να καθοριστούν χωριστές διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες ως προς τα εκκλησιαστικά και πολιτικά ζητήματα). Η ρωσική διπλωματία με το αιτιολογικό επιδιώκει να εξασφαλίσει τον «διορθόδοξο προσκυνηματικό χαρακτήρα» του Αγίου Όρους εμφάνιζε τους ομοεθνείς της Κελλιώτες ως μια δυναμική πλειονοψηφούσα ήδη οντότητα η οποία διΐστατο προς τις διοικήσεις των κυρίαρχων ελληνικών μονών από τις οποίες κανονικά και ιδιοκτησιακά εξαρτώνταν!

Η παραπλανητική στάση των Ρώσων Κελλιωτών προκάλεσε την ακαριαία αντίδραση των ελληνικής καταγωγής Κελλιωτών, που θεωρούσαν τον Άθωνα τμήμα της Ελλάδος και αμέσως διαχώρισαν την θέση τους από τους Ρώσους Κελλιώτες και προσέφυγαν στην Ιερά Κοινότητα. Αυτή συνέταξε την διαμαρτυρία των καθηγουμένων και των επιτρόπων των 17 ελληνικών μονών που με υπόμνημά τους, της 183 Μαρτίου/​Απριλίου 1913, στον βασιλέα των Ελλήνων και στην Πρεσβευτική διάσκεψη του Λονδίνου, εξέφρασαν την βούληση της μέγιστης πλειονοψηφίας των μονών και όχι των «εισπηδησάντων» κατόπιν σχεδίου ρωσικής προελεύσεως «μοναχών» (* Χριστόφορος Κτενάς. Αναίρεσις του υποβληθέντος υπομνήματος των Ρώσων Κελλιωτών εις την Πρεσβευτικήν Συνδιάσκεψιν του Λονδίνου κ.α. Γαλλιστί και ελληνιστι, Θεσσαλονίκη 1913). Το μόνο που ζήτησαν την επικίνδυνη αυτή στιγμή για το μέλλον της Αθωνίτικης Πολιτείας ήταν η διεθνή προστασία προκειμένου να ασφαλιστεί το Άγιο Όρος εντός των συνόρων της Ελλάδος και να μην ανατεθεί το μέλλον του πολίτευματός του σε «Διορθοδοξο διευθυντηρίο» κρατών, γιατί η λύση αυτή αλλοίωνε το «εκ παλαιού» πολίτευμα της μοναστικής κοινωνίας και την ελεύθερη σύνθεσή της και θα την παρέδιδε στους εθνοφυλετικούς ανταγωνισμούς με απροσμέτρητες συνέπειες στην πνευματική ζωή των εκεί ασκουμένων πατέρων. Και αυτό γιατί κατά την πρόταση των Ρώσων Κελλιωτών : «Αι ορθόδοξοι θρησκευτικαί κοινότητες όλων των Δυνάμεων θα έχουν το δικαίωμα να ενοικιάζουν γαίας δια να εγκαθιστούν εκεί τους μοναχούς των. Οι δε νεοαφικνούμενοι θα έχουν την υποχρέωσιν να τύχουν από μίαν των 20 ιδιοκτητριών όλων των γαιών του Αγίου Όρους μονών του τίτλου και την σύμβασιν χρήσεως…» . Εάν η πρότασή τους αυτή καταγραφόταν στο πρωτόκολλο θα ήταν δύσκολο να ανατραπεί και θα εκσλαβιζόταν πλήρως όλο το Άγιον Όρος από τον πακτωλό χρημάτων που διέθετε τότε η πανσλαβιστική κίνηση εκ του τσαρικού ταμείο για την αγορά από τα πτωχότερα μοναστήρια εκτεταμένων γαιών για την άμεση κυριαρχία στον Άθωνα του πλήθους των Σλάβων μοναχών. Η Πρεσβευτική Διάσκεψη κατέληξε στην απόφαση ότι το Άγιον Όρος πρέπει να παραμένει ανεξάρτητο και αυτόνομο και ουδέτερη οντότητα και να διοικείται από την Ιερά Κοινότητα, όπως επί αιώνες και να αστυνομεύεται από τοπική αστυνομία της Κοινότητας και κάθε προσερχόμενος για να εγκαταβιώσει δικαιούται να ενοικιάσει κελλί και γη προς χρήση του από την κυρίαρχο της περιοχής μονή. Με αυτές τις θέσεις αποκλείστηκε η διεθνοποίηση του εδάφους του Αγίου Όρους και αναγνωρίστηκε η ανεξάρτητη και ουδέτερη αυτονομία του μόνον έναντι του κυρίαρχου της περιοχής ελληνικού κράτους και προσδιορίστηκε πως η αυτονομία αυτή είναι εσωτερικής φύσεως. Μετά από την έκδηλη απόρριψη των ρωσικών αξιώσεων από τις κυρίαρχες μονές και την ιερά Κοινότητα συντάχθηκε, την 17η \ 30η Μαΐου 1913, το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου με το οποίο επεκτάθηκε το διεθνές ενδιαφέρον για το Άγιον Όρος ως της μοναδικής ιδιώνυμης ιερής Πολιτείας και ανατέθηκε η επίλυση του Αγιορείτικου ζητήματος στις «Μεγάλες Δυνάμεις»(* Μιλτ. Καραβοκύρη, Το Άγιον Όρος, τα Δίκαια και προνόμια αυτού, κατά τα Χρυσόβουλα, τας Νεαράς, τους ιερούς κανόνες, τα Σιγγίλια, τα Βεράτια, τα Τυπικά, τας Διεθνείς Συνθήκας. Ανασκευή του υπομνήματος Ρώσσων τινών κελλιωτών μοναχών κατά του προνομιακού καθεστώτος του Αγίου Όρους, Κων⁄πολις 1913).

Προ της συγκλήσεως της Διασκέψεως στο Βουκουρέστι, τον Ιούλιο του 1913, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε, δια του Βρετανού επιτετραμμένου στη Πόλη, το δικό του υπόμνημα στον πρόεδρό της Edward Grey, υπερασπιζόμενο των δικαίων των Αγιορειτών πατέρων και μάλιστα υποδεικνύοντας τους κινδύνους της ρωσικής προτάσεως. Φαίνεται πως η κίνηση αυτή του Πατριαρχείου λήφθηκε σοβαρά υπ’ όψη για να επιλυθεί το «Αγιορειτικό ζήτημα» κατά τις ορθόδοξες κανονικές διατάξεις και τα από αιώνων αγιορειτικά θέσμια, όταν στις 28 Ιουλίου 1913 συνήλθε στο Βουκουρέστι η Διάσκεψη για την σύνταξη της Συνθήκης Ειρήνης. Έτσι, με το άρθρο 5 δεν «δεν εξαιρέθηκε» το Άγιον Όρος από τα εδάφη που υπήχθηκαν στην κυριαρχία της Ελλάδος. Ειδικά αυτό γράφει: «Δια του άρθρου τούτου το Άγιον Όρος περιελήφθη στα εδάφη, τα οποία υπήχθησαν στο ελληνικόν κράτος άνευ ουδεμιάς επιφυλάξεως»(* Μιλτ. Καραβοκύρος. Του Αγίου Όρους τα Δίκαια και Προνόμια κατά τα Χρυσόβουλα και τας Νεαράς των ιδρυτών αυτοκρατόρων, τους ιερούς κανόνας , τα Υψηλά Βεράτια, τα Πατριαρχικά Σιγίλια, τα Τυπικά αυτών και τους Κανονισμούς, τα Προαιώνια έθιμα και τας Διεθνείς Συνθήκας. Εν Κων/​πόλει 1913).

Μετά την πρώτη δικαίωση της βουλήσεως της πλειονοψηφίας των Αγιορειτών να προστατευθούν από τα σύνορα της Ελλάδος, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η εκκρεμότητα της λύσεως του «Αγιορειτικού ζητήματος» δραστηριοποίησε το Φανάρι, την Αθήνα και τις Καρυές εμπρός στην σύγκληση στην Αθήνα της Διασκέψεως για την Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Το δεύτερο βήμα ήταν η ανάδειξη της ελεύθερης εκφράσεως μιας συντακτικής «Μοναστικής Συνελεύσεως» αποτελούμενης από τις κατά το Τυπικόν του Όρους αρχές των κυριάρχων μονών και την «κοινωνία»των εκεί μοναχών. Για την συντεταγμένη έκφραση της «εκκλησιαστικής και μοναστικής συνειδήσεως του ιερού τόπου επιστρατεύεται ο μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης, που ήταν άριστος γνώστης της αγιορείτικών θεμάτων και των πανσλαβιστικών επιδιώξεων. Αυτός στάλθηκε στο Άγιον Όρος ως έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την επιτόπια εκτίμηση των τότε δεδομένων, προκειμένου να πληροφορήσει έγκυρα όλους τους αρμοδίους επί του «Αγιορείτικου ζητήματος». Πράγματι ο Μελέτιος συνέταξε πολύτιμη έκθεση που εκτιμήθηκε μεγάλως από το Υπουργείο Εξωτερικών και έτσι συνετελέσθη η ανατροπή των αποφάσεων του Λονδίνου. Μάλιστα συνετέλεσε και στη σύνταξη των σχετικών κειμένων που υπέγραψαν στις Καρυές όλοι οι ηγούμενοι και αντιπρόσωποι των μονών ως ομόφωνη διακήρυξη της βουλήσεως όλων των κυρίαρχων μονών (*Μελετίου Μεταξάκη. Αναίρεσις των εν τω από 12 Μαΐου τρέχοντος έτους εις την Πρεσβευτικήν Συνδιάσκεψιν του Λονδίνου υποβληθέντι υπομνήματι των Ρώσων κελλιωτών αναφερομένων αντικανονικών και ανατρεπτικών του όλου ημών καθεστώτος προτάσεων, Θεσσαλονίκη 1913. Τη συμβολή του Μελετίου στο Αγιορειτικό ζήτημα υποτιμά ο Τραπεζούντος και μετά Αθηνών Χρύσανθος στα δημοσιευθέντα «Απομνημονεύματά» του, λόγω της μακράς προσωπικής του αντιθέσεως με τον Μεταξάκη). Την πιστοποίηση της ιστορικής αυτής ομοφωνίας τους αποδεικνύει το «Ιερό Ψήφισμα» της Έκτακτης Συνάξεως της 3ης Σεπτεμβρίου 1913 που υπεγράφη ενώπιον της εικόνας το «Άξιον Εστί» από τους εκπροσώπους των 20 μονών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των μονών των Ρώσων, των Σέρβων, των Βουλγάρων και των Ρουμάνων, ασφαλώς από λόγους υπαγορευόμενους από την νηφάλια μοναστική τους συνείδηση. Ίσως και γιατί αυτοί αντιλήφθησαν το αδιέξοδο που δημιουργούσε η ανάμειξη της κοσμικής τσαρικής διπλωματίας στη ζωή του Αγίου Όρους για την ησυχαστική και αγαπητική εκεί διαβίωση όλης της ορθοδόξου μοναστικής κοινωνίας και την αποβολή από το Όρος των ταραχοποιών. Ακριβής περιγραφή των τότε γεγονότων διασώθηκε στην επιστολή του Μελετίου Μεταξάκη προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο της 17ης Όκτωβρίου 1913 (*Στο Αρχείο της Βικελέας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Κρήτης). Στην αποκατάσταση της εσωτερικής τάξεως στον Άθωνα μεγάλη ήταν η συμβολή του συσταθέντος ένοπλου σώματος των «Ιερολοχιτών» από τους Έλληνες Κελλιώτες, που έλαβαν ενεργό μέρος στην εκδίωξη των βουλγαρικών στρατευμάτων από την μονή Ζωγράφου (*Με την άδεια των ελληνικών αρχών εγκαταστάθηκε τον Νοέμβριο του 1912 βουλγαρικός λόχος στη μονή Ζωγράφου. Όταν όμως κατά τον Β Βαλκανικὸ Πόλεμο το βουλγαρικό απόσπασμα ύψωσε την βουλγαρική σημαία στη μονή και έλαβαν θέσεις μάχης τον Ιούνιο του 1913 πολιορκήθηκε από τον ιερό λόχο των μοναχών και μετά μάχη παραδόθηκε και εκτοπίστηκε στο Τρίκερι. Μόλις έληξε το ζήτημα με τους Βουλγάρους οξύνθηκε η εκεί ενδορωσική έριδα μεταξύ των «Ονοματολατρών» και των «Ονοματομάχων» που κατέληξε μετά από παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ρωσικής Συνόδου στην αποστολή ρωσικής στρατιωτικής δυνάμεως στην μονή Αγίου Παντελεήμονα για την απομάκρυνση των ταραχοποιών που πρόβαλαν αντίσταση. Την επιχείρηση ενίσχυσαν ρωσικά πολεμικά για την απομάκρυνση των Ονοματολατρών εκ των οποίων συνελήφθησαν 833 και μεταφέρθηκαν στη Ρωσία. Βλ. Κωνσταντίνος Παπουλίδης, Οι Ρώσοι Ονοματολάτραι του Αγίου Όρους. Θεσσαλονίκη. ΙΜΧΑ1977).

Στο υπόμνημα της Ιεράς Κοινότητος που συνόδευσε το «Ιερό Ψήφισμα» αναλύονταν οι διατάξεις που διέπουν το Αγιορειτικό πολίτευμα καθώς και οι σκοποί της διατηρήσεώς τους, ενώ δηλώνεται η ακράδαντη και αναλλοίωτη βούληση των αγιορειτών πατέρων να γίνει σεβαστό το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως της μοναστικής Πολιτείας τους (*Βησσαρίων Γρηγοριάτης. Οι Αγώνες του Αγίου Όρους κατά της διεθνοποιήσεως αυτού.Ανάτυπον εκ του στ τεύχους των «Χρονικών της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Χαλκιδικής». Θεσσαλονίκη 1964). Τα δύο αυτά κείμενα ανέτρεπαν τα επιχειρήματα των Ρώσων Κελλιωτών και δεν μπόρεσαν πλέον να αγνοηθούν από οποιαδήποτε Διάσκεψη (*Το Ιερόν Ψήφισμα του Αγίου Όρους Άθω και τα συναφή έπίσημα έγγραφα. Εν Θεσσαλονίκη 1913. Διονύσιος Παπαχρυσάνθου, Η Διοίκηση του Αγίου Όρους(1600 – 1927), Αθήνα 1999 σσ. 49).

Με την Συνθήκη Ελλάδος-Τουρκίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 14η Νοεμβρίου 1913 δεν γίνεται καμιά ειδική μνεία για το ζήτημα του Αγίου Όρους γιατί θεωρήθηκε σιωπηρά λελυμένο από την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (*Στ. Αντωνόπουλος, Αι Συνθήκαι Λονδίνου, Βουκουρεστίου και Αθηνών. Εν Αθήναις 1917). Όμως και μετά την Συνθήκη αυτή η τσαρική κυβέρνηση της Πετρουπόλεως, τον Μάιο του 1914, σε συζητήσεις σε πρεσβευτικό επίπεδο μεταξύ του Ρώσου πρεσβευτή στην Κων/​πολη Ντε Γκίερς και του Έλληνα Δ.Πανά, επέμενε με διάφορα πολιτικά ανταλλάγματα προς την κυβέρνηση των Αθηνών, στις διμερείς διαβουλεύσεις για την συγκυριαρχία στον Άθωνα (* Τα βασικά σημεία των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν: 1. Η αναγνώριση της πνευματικής κυριαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί του Αγίου Όρους. 2. Η άσκηση της πολιτικής εξουσίας γίνεται από επίτροπο του ΥΠΕΞ της Ελλάδος που έχει στις διαταγές του την χωροφυλακή. 3. η Ελλάδα χωρίς την συγκατάθεση της Ρωσίας μπορεί να λαμβάνει μέτρα για την προστασία της ιερής Πολιτείας. 4. Η ρωσική κυβέρνηση προστατεύει τους Ρώσους μοναχούς. 5. Η ρωσική κυβέρνηση διορίζει Ρώσο διπλωμάτη ως επίτροπο που συμμετέχει στην πολιτική διοίκηση για θέματα των Ρώσων και των ιδρυμάτων τους. 6. Οι Ρώσοι μοναχοί διατηρούν την ιθαγένειά τους και δικαιούνται να υψώνουν την σημαία τους στα καθιδρύματά τους. 7. Οι ρωσικές σκήτες του Αγίου Ανδρέα και του Προφήτη Ηλία μετατρέπονται σε κυρίαρχες μονές). Οι ενέργειες αυτές γνωστοποιήθηκαν στην έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και οι Αγιορείτες δήλωσαν στο Φανάρι για να το ακούσει και η ελληνική κυβέρνηση ότι απορρίπτουν κάθε αλλοίωση του ιερού καθεστώτος «δηλούντες κατηγορηματικά ότι θα αμυνθούν μέχρις εσχάτων»(* Δημ.Μουζάκης, Το Άγιον Όρος..ο.π.σσ.26 – 30). Επειδή τον Αύγουστο του 1914 κηρύχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος οι διαπραγματεύσεις ματαιώθηκαν και όταν έληξε το 1918 στη Ρωσία ανατράπηκε το τσαρικό καθεστώς και τα Σοβιέτ ήταν εχθρικά σε κάθε διάλογο με την Εκκλησία περί θρησκείας. Οι υπερόριοι αρχιερείς του Καρλοβιτσίου διεκδίκησαν το 1920 τα ρωσικά καθιδρύματα του Άθωνα και το 1925 παρενέβησαν και οι σοβιετικοί διεκδικούντες την περιουσία των ρωσικών μονών και σκητών ως σοβιετική γη! Τέλος, τα ιστορικά συμβάντα που ακολούθησαν ματαίωσαν πλέον κάθε ρωσική παρέμβαση στα του Αγίου Όρους (*Χαράλαμπος Παπαστάθης. «Νέες Χώρες» και Άγιον Όρος. Περ. «Ιστορικά», 8 Σεπτ.2005, σσ. 16 – 23). Η Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους εξέφρασε με έπιστολή της 17ης Νοεμβρίου 1913 την «ευγνωμοσύνη των Αγιορειτών Πατέρων» για την συμβολή του μητροπολίτη Κιτίου Μελετίου στην δικαίωση των αγώνων τους (*Περιοδικό «Καινή Κτίσις» της 31-​12-​1913).

Η κανονική και ποιμαντική εξάρτηση και αναφορά του Αγίου Όρους από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επιβεβαιώνεται από τον 14ο αιώνα (1312). Η κυριαρχική επιστάσια του Οικουμενικού Πατριάρχη παρατείνεται στον Άθωνα και μετά το πέρας της οθωμανικής κατοχής γιατί οι κανονικοί δεσμοί συνεχώς ανανεώνονται με την πατριαρχική ευλογία για κάθε χειροτονία Αγιορείτη και με την επικύρωση των Τυπικών των μονών και των άλλων πράξεών τους, αλλά και με την ευμενή αποδοχή της κρίσεως των αποστελλόμενων εξάρχων του εκάστοτε Πατριάρχη. Γιατί κατά την νηφάλια Αγιορειτική συνείδηση η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ενεργεί: «ως κοινή μήτηρ και προστάτις των απανταχού ιερών εκκλησιών και θείων σκηνωμάτων»( *Ιωακείμ Ιβηρίτης. Ο Άθως.«Αγιορείτικη Πολιτεία», τεύχος Ε καὶ Στ (1912), Θεσσαλονίκη 1921, σσ. 14). Η φιλομόναχη προσωπικότητα του πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, με την εκεί ζωντανή παρουσία της κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ανανέωσε τους δεσμούς των Αγιορειτών με το ιερό Κέντρο των Ορθοδόξων.

Η αποφασιστική στάση των Αγιορειτών το 1913 στήριξε το «αυτοδιοίκητο» πολίτευμά τους εντός των χαραχθέντων τότε ελληνικών συνόρων και ολόκληρη η έκταση της χερσονήσου ανήκει κατ’ αποκλειστικό δικαίωμα ως ιδιοκτησία στις είκοσι ιερές μονές, γιατί δεν υπάρχουν εκεί δημόσιες ή κοινόχρηστες κοινοτικές εκτάσεις η «πράγματα κοινά τοις πάσιν», διότι και ως συντεταγμένη επίγεια πολιτειακή οντότητα είναι παλαιότατη σε σχέση με το νεωστί συσταθέν νεοελληνικό κράτος. Η με νομικό κύρος (deĵure) αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας του εδάφους του Αγίου Όρους γίνεται με την Συνθήκη του Νεϊγύ τον Νοέμβριο του 1919 και επιβεβαιώνεται με την Συνθήκη των Σεβρών τον Αύγουστο του 1920 και τέλος αναφέρεται ως εσαεί παγιωμένη κατάσταση (sta­tusquo) στην Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 (*Η Συνθήκη της Λωζάννης. εκδ. Παπαζήση, Πρωτόκολλο ΧVI. σσ. 88 – 89).Έκτοτε στον Άθωνα την εξωτερική προστασία έχει το ελληνικό κράτος και την εσωτερική κυριαρχία ασκεί μόνον η Ιερά Κοινότης με τους αντιπροσώπους των είκοσι μονών. Η όλη επικράτεια είναι στο διηνεκές «ελεύθερη,ακαταδούλωτη, αυτόνομη και αυτοδέσποτη» μοναστική Πολιτεία που επί και πλέον χιλιετία υπενθυμίζει την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία, όπου η τακτική Δυσενιαύσια 20μελη Σύναξη των κυρίαρχων μονών αντιστοιχεί με την σύναξη της «Εκκλησίας του Δήμου», η δε κυβερνώσα τετράδα της Ιεράς Επιστασίας ισοδυναμεί με τους αρχαίους «πρυτάνεις» και επιτελεί το λειτούργημα του «επώνυμου άρχοντα» ο εκάστοτε προεδρεύων Πρωτεπιστάτης! (*Κιτίου Μελετίου Μεταξάκη. Το Άγιον Όρος και η Ρωσική πολιτική εν Ανατολή. Αθήναι 1913. Ισίδωρος μοναχός. Απάντησις εις τον κ. Α. Δημητριέβσκην η περί διεθνοποιήσεως του αγίου Όρους, Σμύρνη 1913. Στ.Παπαδάτος, Αι σλαυϊκαί διεισδύσεις εν Αγίω Όρει, Ιωάννινα, 1961. Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας , τ.Β . σελίδες 355 – 367).